Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 27/05/2022 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE


Δεν έμειναν παρά κομμάτια κρύσταλλο και λάμψεις. Στην πόρτα
στέκονταν δυο πανύψηλοι κουτσοί με δεκανίκια.
Οι υπηρέτριες τούς έδιωξαν. Οι άντρες είχαν φύγει.
Όλος ο κόσμος άδειασε μεμιάς. Οι γυναίκες δε βάφονταν.
Σέρναν αργά τις παντόφλες τους. Ξεχνούσαν ν’ ανάψουν τις λάμπες.
Κάνανε το σταυρό τους πίσω απ’ τα μαλλιά τους. Οι τσουκνίδες μεγάλωναν στους κήπους.
Μες στον κισσό είχαν κρύψει τα κλειδιά. Τ’ άλογο του πατέρα, γερασμένο,
εξαφανίστηκε ένα βράδυ. Δεν ξαναγύρισε. Κάποιο παλιό του πέταλο
το κρέμασαν στην πόρτα της αποθήκης. Το σκοινί του
το δέσαν σε δυο δέντρα για τα ρούχα της μπουγάδας.

Στιγμές στιγμές, μέσα στη γενική αναστάτωση, γινόταν
μια τεράστια σιωπή, τρομερά διάφανη. Τα πάντα αποκτούσαν
μιαν άλλη οπτική και ηχητική, ένα άλλο ενδιαφέρον,
εκείνο το γεμάτο αδιαφορία. Τα κοιτούσες κατάματα· τ’ άκουγες.
Οι κότες μπαίναν στο νεκροταφείο, σκαλίζαν όλη μέρα·
έκαναν κάτι θεόρατα αυγά, όπου τύχει, μες στις μαργαρίτες,
κάτω απ’ το δεντρολίβανο, στο δρόμο ή στις καρέκλες. Ένα αόρατο χέρι
αφαιρούσε ένα ένα τα μεγάλα σκουριασμένα καρφιά από τις πόρτες.
Οι μύγες ξύπναγαν νωρίς, χτυπούσαν δυνατά τα τζάμια.

Only crystals and flashes were left. Two very tall limping men

with crutches stood by the door. The servant girls sent them off.

Men had left. The whole world was vacant. Women never made up

themselves anymore. They’d drag their slippers slowly,

forget to light the oil-lamps. They’d cross themselves

behind their hair. Nettles were growing in the garden.

They had hidden the keys in the ivy. Father’s horse,

very old by now, vanished one night; it didn’t ever return.

They hanged one of its old horseshoes on the cellar door.

They tied its rope between two trees to make a cloths-line.  

Sometimes, in the general commotion, a great, clearly

diaphanous silence spread. Everything was assuming

a new visual, a new sonic, a different view, that of indifference.

You could see and hear everything. The chicken entered

the cemetery grounds, digging the soil all day long; they laid

some gigantic eggs, everywhere,  among the daisies,

the rosemary, the road or under the chairs. An invisible hand

removed, one by one, the big rusted nails from the doors.

The flies would wake up early; they were hitting

the windowpanes with such force.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s