Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 19/05/2022 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Οι καβαλάρηδες πηδούσαν απ’ τ’ άλογα, βγάζαν τις σέλες,
τις κουβαλούσαν στο διάδρομο· κάθονταν στα σκαμνιά· βγάζαν τις ζώνες τους·
βγάζαν τις μπότες τους. Τα πόδια τους ήταν μεγάλα.
Μύριζαν πεύκο και τραγίλα. Οι γυναίκες προφασίζονταν τις συναχωμένες·
έσφιγγαν το μύλο του καφέ μπροστά στο παράθυρο, ώσπου να βγει το φεγγάρι.

Τότε, νομίζω, κατέβαιναν οι αλεπούδες κι οι λύκοι απ’ το δάσος.
Έλαμπε ολόκληρη η νύχτα σαν ασβεστωμένη.
Το ποτάμι στεκόταν· δεν έτρεχε. Οι πέτρες ήταν άσπρες.
Μπρος στα κρεβάτια χάσκαν οι μεγάλες μπότες των ιππέων.
Ο πιο μικρός ζεσταινόταν· γδύθηκε ολόκληρος·
πέρασε πίσω απ’ την κουρτίνα· η κουρτίνα φωτιζόταν.
Μαλαματένια φύλλα πέφταν στις ταράτσες. Οι πετεινοί φωνάζαν.

The horse riders would jump off the horses, take the saddles

and place them in the hallway. They’d sit on stools, take off

their belts, their boots. Their feet were gigantic. They smelled

of cypress and he-goat. The women pretended they had a cold;

they’d hold tightly onto the coffee grinder as they stood close

to the window until the moon appeared.

Then, I think, the foxes and wolves descended from the forest;

the whole night shone and glowed like whitewash; the river

stayed still, stopped flowing; the rocks were white.

The big boots of the horse-riders were gaping next to the beds;

The youngest of all felt warm; he undressed himself, walked

behind the curtain; the curtain shone. Golden leaves were

falling on the roofs; the roosters crowed.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s