Archive for 15/05/2022


(Η φίλη της σηκώθηκε να τραβήξει τις κουρτίνες. Μα εκείνη τινάχτηκε απ’ τον καναπέ. Το βρεγμένο μαντίλι έπεσε στο πάτωμα. Έφτασε με δυο βήματα στο παράθυρο. Έπιασε το κορδόνι. Σταμάτησε εκεί, με το χέρι υψωμένο. Και, μεμιάς, άνοιξε διάπλατα τις γρίλιες. Έμεινε έτσι, μες στο εκτυφλωτικό φως, σαν άγαλμα που λίγο λίγο ζωντανεύει. Κινεί το χέρι της. Νεύει προς τα έξω. Μια βάρκα γεμάτη νεαρές κολυμβήτριες περνάει. Φωνάζουν. Χαιρετούν. Στο δρόμο της ακρογιαλιάς, που αχνίζει απ’ τη ζέστη, περνάει ένα μεγάλο μαύρο σκυλί (μήπως εκείνο;) κρατώντας ανάμεσα στα δόντια του ένα καλάθι με πολύχρωμους καρπούς. Κοιτάζει αόριστα, σαν τυφλό, προς το παράθυρο. Ένας ωραίος, ηλιοκαμένος κολυμβητής, περνώντας πλάι του, του δίνει μια κλωτσιά στην κοιλιά με το γυμνό του πόδι. Η κόρη, στο παράθυρο, γέλασε. Το σκυλί συνέχισε το δρόμο του. Η νέα γύρισε μέσα. Χτύπησε το κουδούνι. Ένας υπηρέτης, με ριγωτό γκριζόμαυρο παντελόνι, πολύ εφαρμοστό (ίσως εκείνο του θείου της), παρουσιάστηκε στην πόρτα. “Να ετοιμαστεί το τραπέζι”, του είπε. Εκείνος έφυγε. Οι δυο φίλες άνοιξαν την μπαλκονόπορτα και τ’ άλλα δυο παράθυρα. Το δωμάτιο πλημμύρισε φως. Μοσκοβολάνε τα λουλούδια στα καλάθια. Ακούγονται πιο δυνατές οι φωνές απ’ τη θάλασσα, ανάμειχτες με τους χτύπους απ’ τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα κάτω στην τραπεζαρία. Το νοτισμένο μαντίλι μένει στο πάτωμα σαν ένα μικρό, πονηρό, άσπρο πουλί, ήμερο τάχα και υπάκουο. Λίγο λίγο στεγνώνει κι αχνίζει).

ΑΘΗΝΑ, ΕΛΕΥΣΙΝΑ, ΔΙΜΗΝΙΟ, ΣΑΜΟΣ, Δεκέμβρης 1965–Δεκέμβρης 1970

Her friend got up and pulled the curtains; however

she dashed off the sofa, her moist kerchief fell

on the floor; with two steps she reached the window,

grabbed the string. She stopped there with her raised

arm and in one movement she opened the blinds.

She stood there in the blinding light like a statue that

regained life. She moved her hand, signaled toward

the outside. A boat full of young girl swimmers was

passing. The girls yelled, greeted. A black dog

(his dog?) went along the seashore road that steamed

from the heat; it held a basket full of colorful fruit

between its teeth; it looked vaguely towards the window.

A handsome young, suntanned male swimmer, passing

close to the dog kicked its belly with his bare foot.

The girl at the window laughed. The dog carried on

with its walk. The young woman went back inside.

She rang her bell. A servant with striped gray-black

pants, very tight on him, (perhaps her uncle’s) appeared

by the door. Get the table ready, she said to him. He left.

The two friends opened the balcony door and both

windows. Light  flooded the room. Flowers full of fragrance

in the baskets. Loud voices were heard from the sea; voices

mixed with the clatter of plates and cutlery down in the dining

room. The damp kerchief was still on the floor like a small,

cunning, white bird, supposedly tamed and obedient.

Slowly it dried and steamed.

~Athens, Eleusis, Samos, December 1965-December 1970

Νίκος Καρούζος, Εἴσοδος

Posted: 15/05/2022 by vequinox in Literature

To Koskino

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

View original post