Archive for 13/05/2022

10 Poems by Ion Deaconescu

Posted: 13/05/2022 by vequinox in Literature

ΣΑΝ ΑΣΤΕΡΙ ΗΡΘΕΣ ΑΠΟ ΨΗΛΑ

Ήρθες από πολύ μακριά

άσε με να φωνάξω τον αγέρα

να ευλογίσει την ελπίδα σου

τον ουρανό να επικαλεστώ

τα γαλανά σου μάτια να φυλάξει

που μόλις ξύπνησαν από

τα βέλη του Αυγερινού.

Μου λες πως κάτι αγνό

υπάρχει και θα παραμείνει

που θα εμπιστευτούμε

όχι μεταμέλεια ή κάποιο ψέμα

κινήσεις που θα εμπνέουν

σιγουριά, αναμένοντας για τη ζωή

που σαν το ουράνιο τόξο

απ’ του Θεού το μέτωπο

στα στήθεια ανθρώπων θα κρυφτεί.

Φοβάμαι πως απ’ όλα αυτά

μόνο ένα δάκρυ θα κυλήσει

σαν κι εσένα που ήρθες από πολύ

μακριά σαν ένα αστέρι από ψηλά.

LIKE A WATCHFUL STAR

You came from far away

allow me to invoke the wind

to enrich your hope

and to beg the sky to protect

your blue eyes awaken by the arrows

of the morning.

You tell me there is something

pure that must remain

as area of trust

neither lie nor remorse,

gestures would be still

guaranteeing confidence, waiting

for life resembling the rainbow

on God’s forehead hidden in unknown chests.

I fear that from all this

only a tear will emerge

you who came from faraway

a watchful star

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Το σπίτι μου πέφτει λίγο λίγο

τούβλα πάνω από άλλα τούβλα

πεταλούδες μεθούν από το φως

πίνακες και φωτογραφίες

σε χρυσά κάδρα

από τον τοίχο πέφτουν

σαν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου

όταν αργυρά κέρατα κάλεσαν

τους κυνηγούς

να δειπνήσουν στις αναμνήσεις

MY HOUSE

My house is falling apart

bricks fly over bricks

butterflies get drunk in light

paintings and photos in golden frames

drop off the walls

as in Saint Bartholomew’s night

when the silver horn called the hunters

to feast on memories

ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΣΤΙΝΑ

Τα μάτια για λίγο δεν μπορούν

να δουν πέρα απ’ τη μύτη

τα χέρια ξέχασαν πώς να χαιρετούν

το στόμα γεμάτο φόβο

για τις λέξεις που ακολουθούν

σηκώνω τ’ αριστερό μου χέρι

για να το δει το δεξιό

τα κουρασμένα χείλη δεν φιλούν πια

ο ένας κρόταφος

δεν πλησιάζει τον άλλο

μια πυκνή ομίχλη μπαίνει

ανάμεσα στα δάχτυλα μας

κοιταζόμαστε

σαν να βρίσκουμε τον εαυτό μας

σε μια άλλη Καπέλα Σιστίνα

που με κλειστά μάτια βλέπουμε

THE SISTINE CHAPEL

For a while the eyes can’t see

beyond the nose

hands have forgotten the handshake

the mouth is drenched in the fear

of the next words

I raise my left hand

that the right one would face it

the tired lips don’t touch each other anymore

one temple doesn’t approach

the other

between the fingers a dense fog flows

while, amazed,

we look at each other

as if we would find ourselves

in another Sistine chapel

depicted with closed eyes

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΡΟΥΤΟ

Αιλουροειδής, η θάλασσα έρπεται

νωχελικά στα πόδια της

σαν ν’ αποζητά να νιώσει

τα δάχτυλα της

και τη φτέρνα

που η άμμος καλύπτει

καθώς ανοίγει τα μάτια της

το φως να την απαγάγει

πέραν του ονείρου της

προς την πύλη του Παραδείσου

με τις εφτά κλειδαριές

όπου οι δίκαιοι φυτεύουν όνειρα

για τον απαγορευμένο καρπό

THE FIRST FRUIT

Feline, the sea crawls lazily

at her feet

as if it wants to

feel her fingers

and her heel easily pounded

by the sand

when she will open her eyes

light will carry her

beyond her dreams

toward the gates of heaven

with the seven locks

where the righteous seed dreams

of the forbidden fruit

ΤΑΞΙΔΙ

Την ξανθιά στο τρένο των δώδεκα

και σαρανταπέντε

απ’ το Στράσμπουργκ στο Παρίσι

δεν θα την ξαναδώ.

Διάβαζε το Ντερ Σπήγκελ

κι οι στήλες του περιοδικού

έγιναν ράγες του τρένου

όπου τα γλυκά της μάτια ταξίδευαν

προς τη μεριά μου

και δίχως καμμιά ντροπή.

Εγώ ήμουν ενοχλημένος απ’ την άμμο

του χρόνου που έτρεχε

κατά μήκος της γραμμής, σε

κάθε σταθμό που περνούσαμε

και που ανακοίνωνε σαν τιμωρία

ο υπεύθυνος μηχανοδηγός.

Η ξανθιά στο τρένο των δώδεκα

παρά τέταρτο

απ’ το Στράσμπουργκ στο Παρίσι

ποτέ δεν έφυγε

για πουθενά.

JOURNEY

The blond in the quarter to one o’clock train

from Strasbourg to Paris

I will never see again.

She was reading “Der Spiegel”

and the magazine’s rows

became railways

which her warm glances travelled

towards me

and without any restrictions.

I was annoyed by the sand

of time running alongside each station

announced like a punishment

by the very conscientious conductor.

The blond in the quarter to one o’clock train

from Strasbourg to Paris

never ever left.

Nowhere.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΣΟΥ

Τα καρφιά, Θεέ μου, ευδικίμησαν

στις παλάμες Σου

αν επιθυμείς

άνοιξε τα μάτια Σουνα δεις

τις μέλισσες που άφησαν

το μέλι τους

στα κερένια νύχια Σου

και στο σταυρό κράτησε

τα δροσερά κλωνάρια

που μοιάζουν με πουλιά

έτοιμα να πετάξουν μακριά

προς τον τόπο της θυσίας

που λύνει τις αλυσίδες του χρόνου

καθώς περιμένουν την Ανάσταση Σου.

Τα καρφιά, Θεέ μου, πελαργοί

στον ουρανό των παλαμών σου

THE SKY OF YOUR PALMS

The nails, God, have flourished

in Your palms.

If You wish

open your eyes and discover

the bees leaving their honey

on your waxed nails

and behold verdant branches on the cross

all resembling a bird

ready to fly away

towards the mystery of sacrifice

that unchains time waiting your resurrection.

The nails, God, bloodstained cranes

on the sky of your palms.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ

Τα ματόκλαδα σου πάντα συνηθισμένα

στα δάκρυα σου που μοιάζουν

με του ανέμου τη γραφή

σκέψη για κάποια γιορτή

που γένησε η θλίψη

καμπάνα

φτερούγα λαίμαργη προς το τίποτα

του νέου σου θύματος.

Το σώμα σου ένας Ψαλμός

που το μυστήριο μεταμορφώνεται

σε δυστυχία, άσκοπα

κλειδωμένη στη φωτεινή σάρκα

να διαλογίζεται

πως το ζωντανό θα γίνει ιστορία

για των ψευδεσθήσεων τον πωλητή

γλυπτά στο χάος

του ποιητή η αλφαβήτα

που ξεκλειδώνει σκιαρά τραύματα.

Το σώμα σου στο χρόνο

ξενανιώνει μέσα στο ποίημα αυτό.

WHAT IS ALIVE WILL BE A STORY

Your eyelid is always accustomed

to your tears resembling air inscriptions

thought to make a celebration

from the sadness

bell

and wing to the greedy nothingness

of young prey.

Your body a Psalm

with mysteries transformed into misery

unreally locked in the splendorous flesh

pondering

what is alive will be a story

for the illusions seller

sculptures in chaos

the poet’s alphabet

that unlock shadowy wounds.

Your body of time

revives its youth in this poem.

ΑΠΟΡΙΑ ΚΛΕΙΔΙΟΥ

Αρχίζεις να μαθαίνεις:

η νέα ζωή μάχεται με τη θύμηση

πώς να κλείσεις μια πληγή

τ’ άλλα σημάδια απαιτούν

τα δικαιώματα τους

για ν’ αποκτήσουν τη μεγάλη σωτηρία

τη στιγμή του μαχαιριού

πάνω σ’ άλλο μαχαίρι

λέξεις που μπήγουν τα καρφιά τους

στα ενωμένα σώματα μας

το είδος του τάφου

που έχουμε σκάψει

τα λουλούδαι του ανθοπώλη

ακατόρθωτα όνειρα

και γαμήλια δαχτυλίδια.


Μην ξεχάσεις να δώσεις στο ζητιάνο

την απορία του κλειδιού.

PERPLEXED KEY

You begin to learn:

a new life fights with memories

you heal a wound

other scars ask for their right

to earn the great salvation,

during the time of knife to knife

words that push their nails

into our joint flesh

the kind of grave we’re thrown

flower of the seller

obsolete dreams and wedding rings.

Yet don’t forget to give the beggar

the perplexed key of dawn.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Φίλοι παραμονεύουν

στην τεθλασμένη λάμψη του τσεκουριού

μη κι αποξενώσουν τ’ όνειρο μου

που ντύθηκε της αγάπης τη γιορτή.

Στο γρήγορο χρόνο που ζούμε

μας αξιολογούν εν απουσία

καλοκαιρνής βροχής τραγούδι

μακρινή ανάμνηση

κι ίσκιος δίχως μέλλον

μονάχα όνειρα που ξέπεσαν.

Τώρα μόνο η ηχώ

αναγνωρίζει τη φωνή μου.

THE RAIN SONG

Friends on the prowl

with broken shine of the axe

not to alienate my dream

changed in love and celebration.

In times so hasty

each judged in absentia

the summer rain’s song

faraway memory

and shadow with no future

just dreams

fallen in disgrace.

Now, only the echo

recognizes my call.

ΚΛΕΨΥΔΡΑ

Η άμμος κυλάει απαλά

άντρας ανάμεσα σε δίψα και κραυγή

στην ερημιά που μένει

δίχως απάντηση, μπορείς

να μιλήσεις για μια γέννα

στην αναστημένη σιωπή

ο πόνος ζητά βοήθεια

στα χιονάτα νοσοκομεία

κι εσύ περιμένεις ένα χέρι,

μια λέξη, ίσως το δηλητήριο

τη  νύχτα που αγνοήθηκε

απ’ τ’ αρωματισμένα χείλη

η διακοπές του φωνήεντος που

πίστεψες σα να `ταν γλυκός γονιός.

Η άμμος κυλάει απαλά

αέρας ανάμεσα σε γη κι ουρανό

ω, η κατάρρευση

το γλυκό φιλί στα χείλη

του τίποτα

HOURGLASS

Sand flows softly

man between thirst and shout

in the wilderness that will remain

without any answer

one can speak of a birth

in the reincarnated silence

pain calls for help

in the snow hospitals

and you wait for a hand

a word, perhaps poison

night ignored by the perfume of lips

the vowel’s holiday in which you believe

las if a loving parent

Sand flows softly

air between earth and sky

oh, the collapse

the sweet slide

a false kiss on the lips

of nothingness.

ION DEACONESCU

Ion Deaconescu was born in Targu Logresti, Romania in 1947. He studied at the University of  Bucharest where he obtained his PhD in philology. He served as professor of Political Sciences, Philosophy, and Geography at the University of Craiova. He has been Dean for International Relations of the same university, president of the Mihai Eminescu International Academy, President of the Pro East Association of International Studies and Director of the publishing company Europa.

He’s a member of the Union of Writers of Romania, member of the Association of Romanian Journalists, member of the International Association of Romanian Writers and Artists USA, member of the Research and Advisory Council of the American Institute of Biographies, member of the Academy of Culture and Poetry of Mongolia and is an honorary member of Docleau Academy of Sciences and Arts of Montenegro.

He has won numerous (over thirty) Prizes and Recognitions in Romania for his contribution to Romanian arts and culture, and many Prizes from other countries such as Macedonia, Montenegro, Moldova, Japan, Cuba, Serbia, Belgium, Turkey, Italy, and he has been named Laureate of Mihai Eminescu International Poetry Festival.

He has written many books of poetry, prose, articles, essays, reviews and he has translated literature that has been published throughout Europe, North America, and Asia.

ΙΩΝ ΝΤΕΚΟΝΕΣΚΟΥ

Ο Ίωνας Ντεκονέσκου γεννήθηκε στο Targu Logresti της Ρουμανίας το 1947. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου όπου αποφοίτησε με το διδακτορικό του στη φιλολογία. Υπηρέτησε ως καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, Φιλοσοφίας και Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Κραϊόβα. Διετέλεσε Κοσμήτορας Διεθνών Σχέσεων του ίδιου πανεπιστημίου, πρόεδρος της Διεθνούς Ακαδημίας Mihai Eminescu, Πρόεδρος της Ένωσης Διεθνών Σπουδών Pro East και Διευθυντής της εκδοτικής εταιρείας Europa. Είναι μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της Ρουμανίας, μέλος της Ένωσης Ρουμάνων Δημοσιογράφων, μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών ΗΠΑ, μέλος του Ερευνητικού και Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Αμερικανικού Ινστιτούτου Βιογραφιών, μέλος της Ακαδημίας Πολιτισμός και Ποίηση της Μογγολίας και είναι επίτιμο μέλος της Docleau Academy of Sciences and Arts του Μαυροβουνίου. Έχει κερδίσει πολλά (πάνω από τριάντα) βραβεία και αναγνωρίσεις στη Ρουμανία για τη συνεισφορά του στις τέχνες και τον πολιτισμό της Ρουμανίας και πολλά βραβεία από άλλες χώρες όπως η Μακεδονία, το Μαυροβούνιο, η Μολδαβία, η Ιαπωνία, η Κούβα, η Σερβία, το Βέλγιο, η Τουρκία, η Ιταλία και ο ίδιος. Έχει γράψει πολλά βιβλία ποίησης, πεζογραφίας, άρθρα, δοκίμια, κριτικές και έχει μεταφράσει λογοτεχνία που έχει εκδοθεί σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ασία.