Archive for 10/05/2022

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Posted: 10/05/2022 by vequinox in Literature

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

POEMS 1958-1964

Εκείνο

Έρχονται ώρες που ξαφνικά σε πλημυρίζει ολάκαιρο

η νοσταλγία του ανέκφραστου, σαν τη θολή, αόριστη ανά-

          μνηση απ’ τη γεύση ενός καρπού,

πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,

μια μέρα μακρινή, λιόλουστη, και θέλεις να τη θυμηθείς

           κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου

γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.

Ή ίσως κι από δάκρυα.

Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που

        κλαίει.

Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,

φιμωμένο και γιγάντιο,

εκείνο που ποτέ δεν θα ειπωθεί.

Inexpressible

Time comes when suddenly the nostalgia

of the inexpressible totally fills you

like a vague, foggy memory of a fruit’s taste

you once ate, years ago, when you were

a child and you want to recall it though

it always escapes you. At that time, your eyes

get filled with a foggy loss of your childhood

or perhaps tears.

For this I tell you, always believe a teary man

the moment he extends his hand

covered by the gigantic muffled

words that haven’t been said yet.

To Koskino

Τραμπουκομάνα Σαλονίκη
μ’ άδεια καλάζνικοφ σ’ εκδικούνται
παλιννοστούντες συμμορίτες από την Οδησσό
στην άκρη των χειλιών σου ιδρύεται η Εχθρική Εταιρία
πάνω σε νεορθόδοξα τρίκυκλα τ’ άμφια αλωνίζουν
και μ’ εξαπτέρυγα σιρίτια βαράνε μπαλωθιές
ροπαλοφόροι αγιογδύτες
βαρόνοι θεσμικοί

κι η αγάπη μου για σένα είναι κάτω απ’ τη γη
ναι, η αγάπη μου για σένα θα ‘ναι πάντα
κάτω απ’ τη γη

*Από το “Κλέφτικο”, εκδόσεις Πανοπτικόν.

View original post

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ο χορός της Σαλώμης

Εγώ ήμουν ζωσμένος το ποτάμι μου
Πιστός στων προφητών τις οπτασίες
Ο προπομπός, ο βαπτιστής του καθαρού νερού
Ο μυημένος στης ερήμου τους ανέμους
Εκεί ερχόταν ο χρόνος να με βρει
Εκεί η ακρίδα τρόχιζε τον ήλιο
Κι η άγρια μέλισσα θήλαζε τη φωτιά

Ήμουν φωνή
Πριν τη σιωπή της μετανοίας
Το τόξο σου ήμουν Κύριε το αλύγιστο
Από άλλα χέρια πάρεξ τα δικά σου

Μ’ απόψε η αγρύπνια μου τη νύχτα μεγαλώνει
Κι ούτε τολμώ τα μάτια μου να υψώσω
Μη με σαρώσει ο ουρανός
Το γύρισμα της ρόδας με οδηγεί
Στων τόπων τ’ απροστάτευτα θεμέλια

Βλέπω τη σαύρα να ξεραίνεται στον βράχο
Βλέπω του ταύρου το αίμα στον βωμό
Βλέπω τη λέαινα να πνίγει τα μικρά της
Κι εκείνη από την άμμο λειασμένη
Να διασχίζει τα κενά του κυανού
Γύρω της πλήθος αυλητές
Ορθούς στις προσταγές της

Όμορφα που έσμιγαν τα φρύδια της
Σαν…

View original post 466 more words