Archive for 04/05/2022

Constantine P. Cavafy-Poems

Posted: 04/05/2022 by vequinox in Literature


Θερμοπύλες (1903)

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


THERMOPYLAE

Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

gallant when rich, and when

they are poor, again a little gallant,

again assisting as much as they can;

Always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will appear in the end

and the Medes will break through at last

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE


Κακά ’ν’ τα ψέματα — που ’λεγε κι ο πατέρας σας. Μες στο μαλακωμένο ετούτο σώμα,
μένει παντοτινά σκληρή, αμετάπειστη η επιθυμία· κι η αίσθηση εκείνη
μιας αδικαιολόγητης αργοπορίας. Συχνά οι γυναίκες, τέτοιες ώρες,
αγκαλιάζουν τ’ αγάλματα, φιλούν το πέτρινο στόμα τους, ονειρεύονται
πως πλαγιάζουν μαζί τους. Αν έτυχε ποτέ σας να δείτε τα χείλη
των αγαλμάτων βρεγμένα, είναι απ’ το σάλιο ερημωμένων γυναικών. Η μνήμη
είναι, βέβαια, ένα κάποιο καταφύγιο. Όμως κι αυτή εξαντλείται,
της χρειάζονται νέες παραστάσεις, έστω τυχαίες, έστω ξένες.

Έχω διαλέξει τούτο το παράθυρο. Σκυμμένη δω πέρα, μισή μέσα, μισή έξω,
κοιτάζω, θυμάμαι. Δε μου ανήκει τίποτα. Μια μεγάλη ησυχία.
Αρχίζω πάλι να παρατηρώ τα δέντρα, τα πουλιά, τα χρώματα,
τα πόδια των κυνηγών που γυρνούν με το σούρπωμα· — τόσο ελεύθερη αισθάνομαι·
κάτι έχουν να μου πουν, να μου εκμυστηρευτούν. Κάποτε, ντρέπομαι
γι’ αυτή μου την καινούργια τρυφερότητα —παιδικότητα μάλλον—
που εγκαθίσταται άθελά μου στα χείλη μου, έτσι κάπως
σαν ένα χελιδόνι σε μια πεσμένη στέγη.
Παράξενο, αλήθεια —
πώς καταλάγιασε κείνος ο θόρυβος, —δε σ’ άφηνε τίποτε ν’ ακούσεις—
πώς έσβησε απόμακρα. Είμαι τάχατε εγώ; Ήμουν εγώ; Κόσμος ανέβαινε, κατέβαινε, τότε,
κάτι έλεγε ο ένας στ’ αυτί τ’ αλλουνού, — σπασμωδικές κινήσεις,
πολιτικοί, στρατιωτικοί, διπλωμάτες, — ω, τί άνθρωποι αποτρόπαιοι, θε μου,
σαν αποστηθισμένοι, αριθμημένοι, επαναλαμβανόμενοι. Δεν ήξερες τί μήνας, τί ώρα, τί χρόνος.


Lies don’t serve anything, as your father used to say.

The strong, unchangeable desire still remains in this softened

body and that sense of a unjustified delay. Women often hug

the statues during these hours, they kiss their stony mouth,

dream of sleeping with them. If you have ever seen a statue

with moistened lips it’s from the saliva of these enamoured,

lonely women. Then, of course, memory is a certain refuge.

Yet even that is exhausted, it needs new images, even if created

by chance, even if they’re foreign.

I’ve chosen this window. Stooped over it, half inside half

outside I look and remember. Nothing belongs to me.

A great quietness. I start to re-observe the trees, birds,

colors, feet of the hunters returning at sundown;  I feel

so free; they have something to reveal to me. Sometimes

I feel embarrassed for my new tenderness, childish at the least,

that stays on my lips with no effort of mine, like a swallow

                 on the tumbled roof.  

Strange, really,

how all that clatter subsided; clatter that didn’t let you hear

anything; how it faded away. Truly, was it I? Am I the one?

The world ascended and descended, while one was saying

something to the other; spastic movements, politicians,

military men, diplomats — oh, the abominable people, god,

as if wound up, numbered, repeating everything, like parrots.

You couldn’t know the month, hour, time.

To Koskino

Κάποιος
σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου
και άρχισε να βρίζει τη θάλασσα.

Ανόητο νερό, βλακώδες γκαστρωμένο νερό
νωθρό γλοιώδες αντίγραφο του ουρανού
πλανόδιο απ’ τον ήλιο ώς το φεγγάρι
γύφτε τοκογλύφε αχιβάδων
ταύρε νερουλέ ωρυόμενε
που θρέφεις τα βράχια με το αίμα σου
αυτοκτόνα ρομφαία
σπασμένη κομματάκια ώς τον γκρεμό
ύδρα που κάνεις τη νύχτα υδρόλυση,
που ξεφυσάς νέφη σιωπής αλμύρας
απλώνοντας φτερά από ζελατίνη
μάταια μάταια
γοργώ που μασουλάς το κορμί σου

νερό πλατυκέφαλο αλόγιστο νερό-

Έτσι έβριζε τη θάλασσα για κάμποση ώρα
κι εκείνη έγλειφε στην αμουδιά τα ίχνη
των ποδιών του
σαν πληγωμένο σκυλί.

Ύστερα ο καλός σου κατέβηκε από τον βράχο
και χάιδεψε
τον μικρούτσικο αχανή σφοδρό καθρέφτη
της θάλασσσας.

Έτσι, νερό, της είπε
Και ξαναπήρε το δρόμο του.

*Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς. Δημοσιεύτηκε στα “Ποιητικά”.

View original post

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

[Ενότητα Ηλικία στη γλώσσα]

ε’

Τώρα κοιτάζω τον ύπνο της γης και τα όνειρα.
Έι, Μόμπι Ντικ, αδιάκοπο άσπρο φάντασμα!
μες στα σαγόνια σου στραγγίζουν τα κρανία των ναυτών.

Στ’ απάνεμα σαπίζουν τα κατάρτια
και το κοράκι διακορεύει τις σκιές.
Έι, Γουίλι, μαύρε Τρίτωνα από το Τζιμπουτί!
ποιες ιστορίες να σου πω και ποια ναυάγια·
κι η αναδυομένη
μωρά γεροντοκόρη δίχως φύση.

Ω καπετάνιε, καπετάνιε μου,
το ξύλινο ποδάρι σου κουτσαίνει στον βυθό.

Σημείωση του ποιητή:
Στίχ. 10: Walt Whitman «Leaves of grass»

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

View original post