Archive for 23/11/2021

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Exercises (1950-1960)


Ο νυχτερινός γλόμπος είναι ένα παλιό λυπημένο φεγγάρι

           καρφωμένο στον τοίχο.

Ο τοίχος είναι άσπρος σαν μετανιωμένη σκληρότητα

άσπρος σαν την παγωνιά σε μιαν έρημη παγωμένη πεδιάδα,

σαν τη μπλούζα του νοσοκόμου και τα σεντόνια του αρρώστου

σαν τον οξύ θόρυβο όταν σκίζουν ένα καινούργιο χασέ.

Ο νοσοκόμος κουράστηκε. Νύσταξε. Κοιμήθηκε στην καρέκλα του.

Ο άρρωστος σηκώνεται και τον σκεπάζει με την κουβέρτα του.

Θα `πεσε ο πυρετός του αρρώστου, νιώθει τώρα καλύτερα, πολύ


Κι ο υδράργυρος του θερμόμετρου λάμπει

σαν ένα μικρό ρυάκι σ’ ένα μακρινό παραμύθι.


The night lamp resembles an old, sad moon, hanging

           from the wall.

The wall is white like a regretful toughness,

like ice over a deserted snow covered valley,

like the nurse’s robe and the sick man’s bed-sheet,

like the sharp noise when they rip a new gauze.

The male nurse was tired, sleepy; he fell asleep on his chair.

The sick man got up and covered him with his blanket.

The sick man’s fever is lower, he feels better, much better

             than before.

And the mercury of the thermometer shines

like a rivulet in an old children’s tale.

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Odysseus Elytis



Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν

εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά

οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απ’ τα νερά

τα πίστεψε με και τα μη

μια στον αέρα, μια στη μουσική.

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας

που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο

η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλοπορτες

και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί

πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τους φράχτες

την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου

κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από

     τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήιεα τραγουδώ

το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό

στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά

τη γάτα που μας κοίταζε μέσα στα σκοτεινά

παιδί με το λιβάνι και τον κόκκινο σταυρό

την ώρα που βραδιάζει στων βουνών το απλησίαστο

πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


I mourn the sun and I mourn the years that will come

without us and I sing the others that have passed

if this is true

the bodies spoken to and boats that hummed sweetly

guitars flickering underwater

the believe me and the don’t

once in the air once in the music

the two small animals, our hands

that longed to climb secretly one on the other

the flowerpot with the dewdrops in the open yard gates

and the pieces of seas coming together

above the dry rocks, behind the stone walls

the anemone that sat on your palm

and the mauve trembled thrice for three days above the waterfalls

If these are true I sing

the wooden beam and the square weaving

on the wall, the Mermaid with the unbraided hair

the cat that watched us in the darkness

Boy with the incense and the red cross

the hour evening comes on the rock’s inaccessibility

I mourn the garment I touched and the world came to me