Archive for 18/11/2021

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα//excerpt)

Εκεί, τα σπίτια είναι υπόγεια, τα ποτάμια υπόγεια, ο ουρανός υπόγειος·
λίγες λεύκες μονάχα τεφρές στο υπόγειο περιβόλι,
τα μαύρα κυπαρίσσια, οι άγονες ιτιές, η άγρια μέντα
και μερικές ροδιές.
Μου καθάριζε ρόδια με τα ίδια του τα χέρια.
Τα δάχτυλά του μαύριζαν ακόμη πιο πολύ. Τα κουκιά του ροδιού θαμποφέγγαν
σα γυάλινα φιαλίδια γεμάτα μ’ αίμα. Με τάιζε στην παλάμη του
ανάμεσα στα μεγάλα πιθάρια και στα πέτρινα σκαμνιά, μη και ξεχάσω
και δε γυρίσω πάλι κοντά του. — Πώς να μη γυρίσω; Τούτη η θάλασσα
σου τινάζει το φέγγος της, τριμμένο γυαλί, στα μάτια, στο στόμα,
μες στο πουκάμισο μες στα σαντάλια.
«Κράτησέ με, —του έλεγα·— άφησέ με
να ’‘μαι μονάχα το ένα —έστω μισό·— τ’ ολόκληρο μισό (όποιο να ’ναι),
όχι τα δυο, τα χωριστά και τα άσμιχτα, γιατί δε μου μένει
παρά να ’μαι η τομή —δηλαδή να μην είμαι—
μια κάθετη μονάχα μαχαιριά κι ο συθέμελος πόνος —»·
και το μαχαίρι, ούτε κι αυτό να μην είναι δικό σου. «Δεν αντέχω, —του έλεγα·— κράτησέ με».

The houses are underground over there, the rivers

too, and the sky; a few ashy poplars existed

in the underground orchard, the black cypresses,

the infertile willows, the wild mint and some

pomegranates. He used to dress the pomegranate

with his hands for me; his hands turned even darker

than before; the pomegranate seeds shone like glass

little bottles filled with blood. He fed me out of his palm

among the huge storage jars and stools made of rock

so that I wouldn’t forget, so I could go back to him.

How could I not? This sea tosses its brightness,

shattered glass in your mouth, your eyes,

your sandals. 

Keep me here, I told him, only let me be just

the one, even the half of one, the whole half,

whichever I might be, not both halves, the separate,

the unmatched, since I can only be the cut, I mean

I won’t be, only a vertical knife cut which won’t

be yours, I can’t endure it, I told him, keep me here.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE

Κι εκείνο τ’ άλλο — όταν ανοίξαμε κάποτε το βάζο με το πετιμέζι
και το ’βραμε μισοάδειο, (όλοι κοιτούσαν παραξενεμένοι)
μια κοκκινίλα ανέβηκε στα μάγουλά της. Εγώ κοίταζα αλλού. Στα παράθυρα
η μέρα ήταν κάτασπρη και δύσκολη, τόσο που ευχήθηκα μέσα μου
την τύφλωση όλων για όλα. Λίγα ανόητα τριαντάφυλλα ξεμύτιζαν
από τον κήπο ώς το περβάζι. Κι ένιωσα, πρώτη μου φορά, πως ο θάνατος
δεν είναι μαύρος, αλλά άσπρος — δεν μπορείς να κρυφτείς. Δυο υπηρέτριες
τιμωρήθηκαν για κείνη την κλοπή. Θαρρώ πως από τότε
είχε αποφασισμένο πια το θάνατό της, — παραμόνευε, περίμενε.

Είχε τρομάξει η ανήμπορη την αμαρτία —ποιά αμαρτία;—
γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας; Ποτέ της
δεν ήταν η αδελφή μου τόσο ωραία, όσο νεκρή· εγώ μόνη μου
της έβαψα έντονα τα μάγουλα (μπορεί και να θυμήθηκα
εκείνο της το ερύθημα μες στην τραπεζαρία, μπροστά στο βάζο),
της έβαψα τα χείλη βυσσινιά, και τα μάτια κατάμαυρα, τεράστια
με καμένο φελλό (ποτέ της δε βαφόταν). Της φόρεσα
πενταπλά περιδέραια να κρύψω το σημάδι του λαιμού της,
τα σκουλαρίκια εκείνα με τους δυο γυμνούς ερωτιδείς, δαχτυλίδια, βραχιόλια,
και μια φαρδιά, χρυσή πόρπη στη ζώνη της. Έτσι, βαμμένη, στολισμένη,
είχε αποχτήσει μια παράξενη ομοιότητα μ’ εμένα.
«Πώς μοιάζει της Ισμήνης», είπε σιγά ένα κορίτσι. Τώρα
είχε παραιτηθεί απ’ τις τρομερές της αποφάσεις, απ’ τούς ηθικούς κανόνες,
απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και ιδεοληψίες. Πεθαμένη,
είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.
Και πλάι της ο μνηστήρας της
γυμνός — (πώς γίνεται, με τόση ακρίβεια, μέσ’ απ’ το θάνατο
να διακρίνουμε το κάλλος του σώματος; — ίσως
γιατί ευωδιάζαν τα πορτοκαλάνθια που τους είχαν ραντίσει)
κι αυτή η γαμήλια νεότητα, ολοκληρωμένη κι απροστάτευτη —απόρθητη—

And something else — when we opened that jar of grape-jam

and found it half eaten, we all looked, as if surprised, the vague

redness that shone on her cheeks. I looked elsewhere. The day

was whitewashed, though hard, outside the window, so much so

that I wished inside me that everyone and everything would turn

blind; a few foolish roses poked up from the garden to the ledge.

And for the first time I felt that death wasn’t black but white —

you can’t hide. Two servant girls were punished for that theft.

I think that, at that moment, she decided her fate: she lurked,

she waited. 

She got so upset, the poor thing, for that sin — what sin —

was it really a sin or an agreement with our desire? My sister

wasn’t ever a beautiful woman, as when she was dead; I alone

made her up, applied deep rouge on her cheeks, (perhaps

I recalled her redness in the dining room in front of the half

empty jar).

I put crimson crayon on her lips; I used burnt cork and did her

eyes jet-black (she never made herself up). I dressed her

five layers of necklaces to cover the rope mark on her neck,

those earrings with the naked Eros, rings, bracelets,

and a big, golden buckle on her belt. Dressed up and

made up as she was she looked somewhat like me;

she looks like Ismene a servant girl whispered.

She had let go of all her horrible decisions, her moral code,

all those foolish manly ambitions and obsessions. She looked

like a woman, finally; and next to her, Heamon, naked

(how we recognize the body’s beauty after death? Perhaps

because of the orange blossoms that were placed around

the body) and that marital youthfulness: complete,

                 unprotected, impertinent.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

Posted: 18/11/2021 by vequinox in Literature

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Ο σύζυγός μου δεν ταξίδευε πια. Δεν άνοιγε βιβλίο. Τα τελευταία του χρόνια
είχε γίνει πολύ νευρικός. Κάπνιζε ατέλειωτα. Τις νύχτες σεργιανούσε
στο μεγάλο σαλόνι, με κείνες τις ξέφτιες καφετιές του παντόφλες
και τη μακριά νυχτικιά του. Κάθε μεσημέρι, στο τραπέζι, επανερχόταν
στην απιστία της Κλυταιμνήστρας ή στη δίκαιη πράξη του Ορέστη
σα να απειλούσε κάποιον. Ποιός νοιαζόταν; Δεν τον άκουγα καν. Ωστόσο
σαν πέθανε, μου ’λειψε πολύ, — μου λείψαν προπαντός εκείνες οι κουτές απειλές του,
σάμπως αυτές ακριβώς να μου ορίζαν μια θέση αμετάθετη στο χρόνο,
σάμπως αυτές να μ’ εμπόδιζαν να γεράσω.
Ονειρευόμουν τότε
τον Οδυσσέα, το ίδιο αγέραστον κι αυτόν, με το έξυπνο, τριγωνικό σκουφί του,
ν’ αργοπορεί το γυρισμό του, ο πολυμήχανος, — με τί προφάσεις ευφάνταστων κινδύνων,
ενώ αφηνόταν (τάχα ναυαγός) πότε στα χέρια μιας Κίρκης, πότε στα χέρια
μιας Ναυσικάς, να του βγάζουν τα στρείδια απ’ το στήθος, να τον λούζουν
με μικρά ρόδινα σαπούνια, να φιλούν την ουλή στο γόνατό του, να τον αλείβουν λάδι.

My husband didn’t travel anymore He never opened a book In his

          last years

he had became very nervous He smoked a lot During the night

          he would pace around

the big living room with those tattered brown slippers

and his long nightgown Noon at the table he would

          recall

Clytemnestras’ unfaithfulness or Orestes’ justified act

as if he wanted to threaten someone But who cared?

          I didn’t even listen to him

however after he died I missed him a lot – I certainly missed

          those silly threats

as if those would arrange for me an unchangeable position

          in time

as if they would stop me from aging

At that time I would dream

of Odysseus that same one with his agelessness with his smart

         triangular cap

delaying his return that crafty man – with excuses of imaginary

         dangers

while he let himself (as though a shipwreck)

sometimes in the arms of Circe

         sometimes

in the arms of Nausicaa so they would take the barnacles off

         his chest

and would bathe him

with tiny rose soaps they would kiss his knee scar and anoint him

         with oil

Maria Panoutsou, I am Dorian Gray   

Posted: 18/11/2021 by vequinox in Literature

To Koskino

“You will always be fond of me.
I represent to you all the sins you never
had the courage to commit.”

― Oscar Wilde,

Dedicated to Θεόδωρος Μπασιάκος

I am Dorian Gray, nothing can stop me
Until, one day,
I found my love inside a box of chocolate
«Open the box» the box shouts to me.
I thought I was clever enough
and I laugh on him.
So the box opens by himself and
from inside, a prince appear.
«What can I do for you Dear prince»
I said.
He replies with a joyful glance to me.
And then he touches my breast,
and I become red of shy.
I loved him at once.
And take his hands.
We were happy but one night,
my love finds me dead under the bed.
And he took me out near the sea,
where he gave me a one and two and three…

View original post 47 more words