Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

Posted: 23/10/2021 by vequinox in Literature

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Δε θα ’θελες να σημάνω το κουδούνι, να σου φέρουν κάτι; — λίγο βύσσινο
ή λίγο νεραντζάκι, — ίσως να μένει κάτι στα μεγάλα βάζα
ζαχαρωμένο πια, πηγμένο — αν, βέβαια, κάτι έχουν αφήσει
οι λαίμαργες δούλες. Τα τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη
με τα γλυκίσματα — τί άλλο να κάνεις;
Ύστερα απ’ την Τροία, —η ζωή μας στη Σπάρτη
πολύ πληχτική— σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μες στα σπίτια,
ανάμεσα στα στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων· κι οι μνήμες,
ξέθωρες κι ενοχλητικές, να σέρνονται ξοπίσω σου, μες στον καθρέφτη
όταν χτενίζεις τα μαλλιά σου, ή μέσα στην κουζίνα, να προβαίνουν
μέσ’ απ’ τους λιπαρούς ατμούς της χύτρας· και ν’ ακούς με το νερό που κοχλάζει
κάτι δαχτυλικούς εξάμετρους από κείνη την Τρίτη Ραψωδία
ενώ ένας πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ το κοτέτσι του γειτόνου.

Την ξέρεις δα τη μονότονη ζωή μας. Ώς κι οι εφημερίδες
ίδιες στο σχήμα, στο μέγεθος, στους τίτλους, — δεν τις διαβάζω πια. Κάθε τόσο
σημαίες στα μπαλκόνια, εθνικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις
σαν κουρντισμένες· — μόνο το ιππικό διατηρούσε κάτι το αυτοσχέδιο,
κάτι προσωπικό — εξαιτίας των αλόγων ίσως. Σηκωνότανε σύννεφο η σκόνη·
κλείναμε τα παράθυρα· — να κάθεσαι ύστερα να ξεσκονίζεις ένα ένα
βάζα, κουτάκια, κορνίζες, πορσελάνινα αγαλμάτια, καθρέφτες, μπουφέδες.

Δεν πήγαινα πια στις τελετές. Γυρνούσε ο άντρας μου καταϊδρωμένος,
ριχνόταν στο φαΐ, χτυπώντας τα χείλια του, και μαζί αναμασώντας
παλιές, βαρετές δόξες και μνησικακίες ξεθυμασμένες. Εγώ παρατηρούσα
τα κουμπιά του γιλέκου του που πήγαιναν να σπάσουν — είχε πολύ παχύνει.
Κάτω από το πηγούνι του αναβόσβηνε μια φαρδιά, μελανόχρωμη κηλίδα.

Wouldn’t you like me to ring the bell so they may bring you

          something? –

some sweet black cherries

or a bit of candied bitter orange peel – perhaps I still have some left

in the big jars turned into congealed sugar by now – if of course the

greedy servants have left some The last years I’ve been making

sweets – what else could one do?

After Troy – our life in Sparta was

so boring – really isolated All day long closed in

           the houses

amid the crowded loot of so many wars and memories

faded and annoying crawling behind you in the

          mirror

while you combed your hair or in the kitchen emanating

from greasy steam of the pot and you hear with the water

           boiling

some dactylic hexameters from that Third Rhapsody

while a rooster crows discordant nearby from the neighbor’s

          coop

You surely know how monotonous our life is Even the

          newspaper

headlines have the same shape and size – I don’t read them

          anymore

          Every so often

flags on balconies national celebrations army parades of

wound-up soldiers – only the cavalry maintained something

          improvised

something personal – perhaps because of the horses Dust was

rising

           like a cloud

we closed the windows – what’s the use after one had to dust

one by one all the vases little boxes porcelain statuettes mirrors

           buffets

noise eating and

          chewing over

old boring glories and worn-out animosities I observed

          carefully

the buttons of his vest that were about to pop out – he was

          very fat

Under his chin a large black mark flickered

I stopped going to these celebrations My husband would come back

           sweaty

he threw himself on the food making

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s