Archive for 03/10/2021

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα

όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.

Τα έπιπλα γίνονται σαν τα φτωχά κορίτσια που μαζεύουν

τις πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τα λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος με τα θερισμένα στάχυα

είναι μια άρνηση. Το παλιό δέρμα του τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στα ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα — κυνηγάει τα σπουργίτια,

αργά το φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τα κυπαρίσσια

σαν το παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ το χώμα —

η γυναίκα του μονάχη με το σκυλί και το λιγνό βόδι.

Τα χέρια της σιωπής είναι παγωμένα

έτσι που δένει κάτου απ’ το πηγούνι της το μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στο ξύλο του αλετριού μένει το χνάρι του χεριού του πιο

        δυνατό απ’ το χέρι του

κι η ράχη της καρέκλας κρατάει ζεστό το φάρδος της πλάτης του.

Για τούτα τ’ ασήμαντα πράματα — δεν ξέρω —

θέλω να γράψω ένα μικρό τραγούδι που να δείχνει πως δεν ξέρω

τίποτα για όλ’ αυτά, μόνο πως είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα και σε κάποιον άλλον.

SOLIDARITY

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

To Koskino

Στα γενέθλια της Κατερίνας Γώγου (1η Ιούνη 1940-1η Ιούνη 2014)

10172797_4136738712980_76816053334591206_n

TΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Διαβάζοντας τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, θέτω στον εαυτό μου την ίδια πάντα ερώτηση: Τι κάνει ένα ποίημα ποίημα; Οι περισσότεροι γραμματολόγοι αγνόησαν την ποίησή της1 την ίδια στιγμή που οι πωλήσεις των βιβλίων της έφταναν, και πριν από το θάνατό της, στα ύψη του νομπελίστα Ελύτη2. Ενώ η Γώγου ανήκε χρονολογικά στη λεγόμενη «γενιά του ’70», εφόσον γεννήθηκε το 1940 και εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 1978, δεν συμπεριλήφθηκε όμως επισήμως σε αυτήν.

Ενώ οι ειδικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια σωστής ονομάτισης αυτής της γενιάς (με τους όρους «γενιά της αμφισβήτησης», «γενιά της άρνησης», «γενιά των γερανών και των φλίπερ», «τρίτη μεταπολεμική γενιά»3), ο ανένταχτος αντικομφορμισμός που πρωτοσυνέδεσε τους εν λόγω ποιητές άρχιζε, με το τέλος της δεκαετίας, να υποχωρεί. Όταν δηλαδή η Γώγου εξέδιδε το δεύτερο βιβλίο της, που έφερε τον προκλητικό πολιτικό τίτλο…

View original post 3,095 more words