Archive for 26/09/2021

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I



Δεν κοίταξα άλλο· ούτε άκουγα σχεδόν τις πολεμόχαρες κραυγές τους —
εγώ, ψηλά, στα τείχη, πάνω απ’ τα κεφάλια των θνητών, αέρινη, σάρκινη,
χωρίς ν’ ανήκω σε κανένα, χωρίς να ’χω κανενός την ανάγκη,
σα να ’μουν (ανεξάρτητη εγώ) ολόκληρος ο έρωτας, — ελεύθερη
από το φόβο του θανάτου και του χρόνου, μ’ ένα άσπρο λουλούδι στα μαλλιά μου,
μ’ ένα λουλούδι ανάμεσα στα στήθη μου, κι ένα άλλο στα χείλη να μου κρύβει
το χαμόγελο της ελευθερίας.
κι από τις δυο πλευρές να με τοξεύσουν.
Έδινα στόχο
βαδίζοντας αργά πάνω στα τείχη, σχεδιασμένη ακέρια
στον χρυσοπόρφυρο ουρανό της εσπέρας.
Κρατούσα τα μάτια κλεισμένα
για να ευκολύνω μια εχθρική χειρονομία τους — γνωρίζοντας στο βάθος
ότι κανείς δεν θα τολμούσε. Τα χέρια τους τρέμαν απ’ το θάμβος
της ομορφιάς και της αθανασίας μου —
(ίσως τώρα μπορώ να προσθέσω:
δεν τον φοβόμουν το θάνατο, γιατί τον ένιωθα πολύ μακριά μου).
πέταξα απ’ τα μαλλιά μου κι απ’ τα στήθη μου τα δυο λουλούδια· — το τρίτο
το κρατούσα στο στόμα μου — τα πέταξα απ’ τις δυο πλευρές του τείχους
με μια κίνηση ολότελα ανεξίθρησκη.
Και τότε οι άντρες, μέσα κι έξω,
ριχτήκαν ο ένας του άλλου, αντίπαλοι και φίλοι, για ν’ αρπάξουν
εκείνα τα λουλούδια, να μου τα προσφέρουν — τα δικά μου λουλούδια. Δεν είδα
τίποτ’ άλλο μετά, — μονάχα πλάτες σκυμμένες, σάμπως όλοι
να ’ταν γονατιστοί στη γης, όπου στέγνωνε το αίμα απ’ τον ήλιο· — ίσως κιόλας
να ποδοπάτησαν εκείνα τα λουλούδια.
Δεν είδα.
Είχα κινήσει τα χέρια,
είχα υψωθεί στα νύχια των ποδιών, κι αναλήφθηκα
αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου και το τρίτο λουλούδι.

I didn’t watch anymore I hardly even heard their

            war-thirsty cries –

high up on the walls I was above the heads of mortals airy

            made of flesh

belonging to no one without need of anyone

as if I was independent absolute love – free

from fear of death and time with a white flower

in my hair

with a flower between my breasts and another in my lips

hiding for me

the smile of freedom

They could

have shot at me from both sides with their arrows

                                     I presented

an easy target walking slowly on the walls completely intact

in the golden purple evening sky

          I kept my eyes closed

to make every hostile gesture from them easy – knowing

          deep inside

that none of them would dare Their hands trembled with awe

at my beauty and immortality –

(maybe I can add now that

I didn’t fear death because I felt him so far away)


I threw down the flowers from my hair and my breasts

       – the third one

I kept in my mouth – I tossed them down on both sides

         of the walls

with a completely intolerant gesture

Then the men inside the walls

         and outside

threw themselves against each other friend and opponent to grab

those flowers to offer them to me – my own flowers

         I didn’t see

anything else after that – other than stooping backs as if all

         of them

were kneeling on the earth as the blood dried up from the sun –

perhaps they

had already stepped on those flowers

          I didn’t see

I had my arms raised

and rising on my tiptoes I ascended

letting the third flower fall from my lips