Archive for 02/09/2021

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Κάποιες στιγμές, ω, ναι, ήταν ωραίοι — έτσι γυμνοί, παραδομένοι στον ύπνο,
εντελώς απροσποίητοι, αφημένοι, με τα μεγάλα, δυνατά σώματά τους
υγρά, μαλακωμένα, σαν θορυβώδη ποτάμια που κυλήσαν
από ψηλά βουνά σε γαλήνια πεδιάδα, ή σαν παιδιά εγκαταλειμμένα. Τότε
τους αγαπούσα πράγματι, σα να τους γέννησα εγώ. Παρατηρούσα τα μακριά ματόκλαδά τους
κι ήθελα να τους πάρω μέσα μου για να τους προφυλάξω, ή έτσι
να ζευγαρώσω μ’ ολόκληρο το σώμα τους. Κοιμόταν. Κι ο ύπνος σού επιβάλλει
το σεβασμό, γιατί ’ναι τόσο σπάνιος. Πάνε κι αυτά. Ξεχαστήκαν.

Όχι πως δε θυμάμαι πια, — θυμάμαι ακόμα· μονάχα που οι αναμνήσεις
δεν είναι πια συγκινημένες, —δε μας συγκινούν— απρόσωπες, γαλήνιες,
καθαρές ώς τις πιο ματωμένες γωνιές τους. Μόνον μία
κρατάει ακόμη έναν αγέρα γύρω της, ανασαίνει.
Κείνο το δείλι,
τριγυρισμένη απ’ τις ατελείωτες κραυγές των πληγωμένων,
απ’ τις ψιθυριστές κατάρες των γερόντων και το θαυμασμό τους, μέσα
στη μυρωδιά ενός γενικού θανάτου που, στιγμές στιγμές, λαμπύριζε
πάνω σε μιαν ασπίδα ή στην αιχμή ενός δόρατος ή στη μετόπη
ενός αμελημένου ναού η στον τροχό ενός άρματος, — ανέβηκα μόνη
στα ψηλά τείχη και σεργιάνισα,
μόνη, ολομόναχη, ανάμεσα
σε Τρώες και Αχαιούς, νιώθοντας τον αγέρα να κολλάει επάνω μου
τα λεπτά πέπλα μου, να ψαύει τις θηλές μου, να κρατάει το σώμα μου ακέριο
ντυμένο κι ολόγυμνο, μόνο με μια φαρδιά, ασημένια ζώνη
που ανέβαζε τα στήθη μου ψηλά —
έτσι ωραία, ανέγγιχτη, δοκιμασμένη,
την ώρα που μονομαχούσαν οι δυο αντεραστές μου και κρινόταν η τύχη
του πολυχρόνιου πολέμου· —
μήτε που είδα να κόβεται ο ιμάντας
από την περικεφαλαία του Πάρη, — μάλλον μια λάμψη απ’ το χαλκό της είδα,
μια λάμψη κυκλική, καθώς ο άλλος την περιέστρεφε οργισμένος
επάνω απ το κεφάλι του — ένα ολόφωτο μηδέν.
Δεν άξιζε διόλου να κοιτάξεις· —
την έκβαση την είχαν απ’ τα πριν ρυθμίσει οι θεϊκές βουλές· κι ο Πάρης,
δίχως τα σκονισμένα του σαντάλια, θα βρισκόταν σε λίγο στην κλίνη,
λουσμένος απ’ τα χέρια της θεάς, να με προσμένει μειδιώντας,
κρύβοντας τάχα μ’ ένα ρόδινο τσιρότο μια ψεύτικη ουλή στο πλευρό του.

Sometimes they were oh yes beautiful – naked as that in

            deep sleep

totally unresisting loosened up with their big strong

           bodies

moistened and softened like the roaring rivers running down

from high mountains to serene plains or like abandoned

           children At such times

I truly loved them as if I gave birth to them I observed their

            long eyelashes

and I wanted to pull them back to me to protect them or

this way to couple with their whole bodies They slept And

            sleep expects

your respect because it is so rare These too are gone Forgotten

Not that I don’t remember anymore – I still remember but

            memories

are not so emotional anymore – they don’t touch us – faceless

            serene

clear right to their bloody corners Only one of them

still retains some air that breathes around it

           That evening when

I was surrounded by the endless cries of the wounded

and whispered curses of old men and their wonder

            amid

the smell of overpowering death that from time to time

            glittered

on a shield or the point of a spear or the metope

of a neglected temple or the wheel of a chariot – I climbed up

alone onto the high walls and sauntered

            alone totally alone between

the Trojans and the Acheans feeling the wind pressing my fine

veils onto my body caressing my nipples holding my whole

            body

both dressed and totally naked with only a wide silver belt

pushing my breasts up high –

thus beautiful untouched

            emancipated

at the time that my two lover-rivals dueled and the fate

            of the long

                           war was decided –

I didn’t even see the strap of Paris’

helmet being cut – instead I only saw a flash of its

             brass

a circular flash as the other swung it around his head

             in anger – an illuminated zero

It wasn’t really worthy of looking –

the outcome of the war was already arranged by the gods

             and Paris

who without his dusty sandals very soon would be in bed

cleansed by the hands of a goddess waiting for me smiling

pretending to hide a false wound on his ribs with a

              rosy bandage.

George Seferis-Collected Poems

Posted: 02/09/2021 by vequinox in Literature

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ//SUMMER SOLSTICE

Ο κόσμος τυλιγμένος στα ναρκωτικά σεντόνια

δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει

παρά τούτο το τέρμα.

                                  Στη ζεστή νύχτα

η μαραμένη ιέρεια της Εκάτης

με γυμνωμένα στήθη ψηλά στο δώμα

παρακαλά μια τεχνητή πανσέληνο, καθώς

δυο ανήλικες δούλες που χασμουριούνται

ναδεύουν σε μπακιρένια χύτρα

αρωματισμένες φαρμακείες.

Αύριο θα χορτάσουν όσοι αγαπούν τα μυρωδικά.

Το πάθος της και τα φτιασίδια

είναι όμοια με της τραγωδού

ο γύψος τους μάδησε κιόλας.

5

The world wrapped in narcotic sheets

has nothing else to offer

but this finale. In the hot night

the withered priestess of Hecate

up on the terrace with her bare breasts

supplicates an artificial full-moon,

as two juvenile slave girls, yawning,

mix in a copper pot-aromatic potions.

Those who love perfumes will be happy tomorrow.

Her pathos and her make up

are those of the tragic-actress

their plaster has already peeled.

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κορεσμός

[Ενότητα Διαδρομή]

Πληθώρα οι καυχησιολογίες,
οι βεντετισμοί πάσης φύσεως.
Σαν τα μαγαζάκια δεν παραμελούν με φροντίδα
να στολίζουν τις βιτρίνες τους.

Από βεντετισμούς πάσης φύσεως, απόχρωσης,
κι από οποιονδήποτε κι αν προέρχονται
έχουμε μπουχτίσει.

Από τη συλλογή Ντελικάτη γυναίκα (2021) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

ΕΛΛΑΣ

«Δημιουργούμε πολιτιστικές διαδρομές για την περιήγηση των επισκεπτών στην ύπαιθρο του νομού» ανέφερε η Αναστασία Τζιγκουνάκη.

View original post 1,413 more words