Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 28/07/2021 by vequinox in Literature

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΓΡΥΠΝΙΑ/VIGILANCE

ΤΙ ΩΡΑ ΝΑΝΑΙ//WHAT TIME IS IT?

(Απόσπασμα ΙV)

Εσύ θάχεις τότε τη φωνή φυλαγμένη στις τσέπες σου

όπως έχουν τα μερμύγκια τα ψίχουλα του παλιού ψωμιού μας

φυλαγμένα στο χωματένιο σπίτι τους

θάχεις ακόμα κάτι να ταϊσεις το κίτρινο στόμα του βρεγμένου

          αποσπερίτη.


Εσύ φίλε μου που ξαναγυρίζεις πίσω κάθε που ερημώνεται η εξοχή

κάθε που οι παραθεριστές περιμένουν με τις βαλίτσες τους στην

          αποβάθρα

κι είναι τα βράδια καθισμένα ολομόναχα στην πλατεία του νησιού,

μια ολόκληρη σειρά αναποδογυρισμένες καρέκλες,

τα στρογγυλά τραπεζάκια όπου δειπνάει η μοναξιά ανασηκώνοντας

          λίγο το βέλο της

κι οι πάγκοι των κήπων στη βροχή. Καλέ μου φίλε,

          αγαπημένε μου,

το σιωπηλό σου πρόσωπο το αξύριστο,

το χέρι σου της πίστης

πίσω απ’ τους δυνατούς σου ώμους

η βουή της φουρτούνας —

τί ζέστα στην παλάμη σου. Είσαι εδώ, κοντά μου.

Καλησπέρα.

Έρημο φεγάρι, κοίτα, σαν ένα πιάτο αλουμινένιο

σαν ένα πιάτο με αποφάγια στο μικρό εστιατόριο της λύπης

όταν οι ταξιδιώτες έχουν φύγει κι ακούγεται από πέρα τόσο

           μακρινό

το σφύγιγμα του βαποριού κάτου απ’ της νύχτας τις κάμαρες.

Πίσω απ’ τη ράχη σου η φουρτούνα. Εμείς

μπορούμε να περιμένουμε. Γνωρίζουμε. Είμαστε έτοιμοι.

You’ll have your voice hidden in your pockets

like crumbs of our old bread the ants hide in their earthly

              homes

you’ll still have something to feed the mouth of the damp

              evening star.

You, my friend, you come back when the countryside

              is deserted

every time the vacationers with their suitcases wait

              at the quay

and the evenings are sitting all alone in the square of

              the island

a long line of empty chairs turned upside on

the round tables where loneliness dines raising

              its veil a little,

and the garden benches left in the rain, my good friend

              my beloved friend

your silent unshaven face

your faithful arm

behind your strong shoulders

the roar of the gale —

what a warmth your hand has.

You’re here near me. Good evening.

The lonely moon — look — like a silver plate,

like a plate full of leftovers at the small restaurant

of sorrow when the travellers are gone and

you hear the far away whistle of the ship under

            the night rooms.

The gale behind your back; we can wait.

We know. We’re ready.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s