Archive for 28/07/2021

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Exile Diaries

17 Νοεμβρίου

Ανάψαμε φωτιά με κάτι ξερόκλαδα,

ζεστάναμε νερό, πλυθήκαμε ολόγυμνοι

έξω στον αέρα. Φυσούσε. Κρυώναμε. Γελούσαμε.

Δεν ήταν ίσως απ’ το κρύο. Αργότερα

απόμεινε μια πίκρα. Σίγουρα οι γάτες μου

έξω απ’ το κλειδωμ΄’ενο σπίτι, θ’ ανεβαίνουν στα παράθυρα,

θα ξύνουν τα παντζούρια. Και να μη μπορείς

να τους γράψεις δυο λόγια, να τους εξηγήσεις,

να μη νομίζουν πως τις ξέχασες. Να μη μπορείς.

17th of November

We started a fire using some dry twigs; boiled

some water; we washed ourselves, naked, outside

in the open. The wind was blowing. We were cold.

We were laughing, perhaps not from being cold.

Only bitterness was left at the end. My cats, outside

the locked house, would certainly climb up the window

to scratch the shutters. And you can’t write anything

to them, to explain, so they don’t think you forgot

of them. You can’t.

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΓΡΥΠΝΙΑ/VIGILANCE

ΤΙ ΩΡΑ ΝΑΝΑΙ//WHAT TIME IS IT?

(Απόσπασμα ΙV)

Εσύ θάχεις τότε τη φωνή φυλαγμένη στις τσέπες σου

όπως έχουν τα μερμύγκια τα ψίχουλα του παλιού ψωμιού μας

φυλαγμένα στο χωματένιο σπίτι τους

θάχεις ακόμα κάτι να ταϊσεις το κίτρινο στόμα του βρεγμένου

          αποσπερίτη.


Εσύ φίλε μου που ξαναγυρίζεις πίσω κάθε που ερημώνεται η εξοχή

κάθε που οι παραθεριστές περιμένουν με τις βαλίτσες τους στην

          αποβάθρα

κι είναι τα βράδια καθισμένα ολομόναχα στην πλατεία του νησιού,

μια ολόκληρη σειρά αναποδογυρισμένες καρέκλες,

τα στρογγυλά τραπεζάκια όπου δειπνάει η μοναξιά ανασηκώνοντας

          λίγο το βέλο της

κι οι πάγκοι των κήπων στη βροχή. Καλέ μου φίλε,

          αγαπημένε μου,

το σιωπηλό σου πρόσωπο το αξύριστο,

το χέρι σου της πίστης

πίσω απ’ τους δυνατούς σου ώμους

η βουή της φουρτούνας —

τί ζέστα στην παλάμη σου. Είσαι εδώ, κοντά μου.

Καλησπέρα.

Έρημο φεγάρι, κοίτα, σαν ένα πιάτο αλουμινένιο

σαν ένα πιάτο με αποφάγια στο μικρό εστιατόριο της λύπης

όταν οι ταξιδιώτες έχουν φύγει κι ακούγεται από πέρα τόσο

           μακρινό

το σφύγιγμα του βαποριού κάτου απ’ της νύχτας τις κάμαρες.

Πίσω απ’ τη ράχη σου η φουρτούνα. Εμείς

μπορούμε να περιμένουμε. Γνωρίζουμε. Είμαστε έτοιμοι.

You’ll have your voice hidden in your pockets

like crumbs of our old bread the ants hide in their earthly

              homes

you’ll still have something to feed the mouth of the damp

              evening star.

You, my friend, you come back when the countryside

              is deserted

every time the vacationers with their suitcases wait

              at the quay

and the evenings are sitting all alone in the square of

              the island

a long line of empty chairs turned upside on

the round tables where loneliness dines raising

              its veil a little,

and the garden benches left in the rain, my good friend

              my beloved friend

your silent unshaven face

your faithful arm

behind your strong shoulders

the roar of the gale —

what a warmth your hand has.

You’re here near me. Good evening.

The lonely moon — look — like a silver plate,

like a plate full of leftovers at the small restaurant

of sorrow when the travellers are gone and

you hear the far away whistle of the ship under

            the night rooms.

The gale behind your back; we can wait.

We know. We’re ready.

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume Ι

Αντικαταστάσεις//Replacements

ΣΤΑΔΙΑΚΑ

Δύσκολο πάντα το χάραγμα της πρώτης γραμμής. Διαφαίνεται

η πρόθεση του καλλιτέχνη, ο δισταγμός, η αβεβαιότητα του τέλους. Πιο

          πέρα

το βήμα ελαφρώνει σα να πατάς επάνω σε πευκοβελόνες στο λόφο.

Διακρίνεις κάποιον που κουτσαίνει μ’ ένα καλάθι σταφύλια,

η έγκυος γυναίκα κρατάει στην αγκαλιά της μια παχιά κίτρινη κότα,

μπορείς να τραβήξεις λοξά προς τη θάλασσα, ξέροντας πια

τη μυρωδιά του αλατιού και του κομμένου ξύλου, ξέροντας ακόμα

ότι στ’ αμπάρι του αραγμένου πλοίου είναι δεμένο το καλό λιοντάρι,

αυτόμε τις πολλές πληγές, αυτό που κοιτάει σα μητέρα.

Gradually

It is always difficult to draw the first line. The intent of

the artist is discerned his hesitation the uncertain end. Further

your step becomes lighter as though you tread on pine needles

           on the hill

you discern someone limping with a basket full of grapes

the pregnant woman holds in her arms a fat yellow chicken

you may go sidelong toward the sea knowing by now

the smell of salt and of chopped wood knowing still

that the good lion the one having many wounds the one staring

like a mother is tied in the hold of the docked ship.

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Η επίθεση

Όλα είναι δροσερά, γαληνεμένα
εδώ που ήρθαμε.
Αμέτρητες φορές θα μπούμε στη θάλασσα,
θα κοιτάξεις και θα κοιτάξω το σώμα μου,
η κάθε λέξη μας έχει ένταση,
καλοζυγιάζει το πάθος∙
η επίθεσή σου θα γίνει από τα πλάγια,
αρπακτικά, πίσω από την πλάτη.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post