Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Posted: 26/07/2021 by vequinox in Literature

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poems by Odysseus Elytis

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΤΑ ΠΑΘΗ

ΙΙΙ

 Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ’ εμένα

τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων

        και απ’ αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα δοξαζόμενο.

Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς

        και τον Στάχυ ο Νότος

τη φορά του ανέμου εξαγοράζονρτας

        και των δέντρων τον κάματο δυο και τρεις φορές

ανόσια εξαργυρώνοντας.

        Άλλο εγώ

πάρεξ το θυμά;ρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

        και πάρεξ

τη σταγόνα του νερού στ’ άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

        μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας

αιώνες κι αιώνες.

        Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας

όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

      Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα

όπως ο ασκητής το Θεό του.

      Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι

και στα κρυφά μου αντικαταστήσανε

      την παρθένα του βλέμματος.

Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

      και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.

Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα την κλείσανε

     και σταερνά την πέτρα μου αφήσανε

τρομερή ζωγραφιά μου.

     Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν

με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

     Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός

ο χρησμός απ’ την όψη μου:

             ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΡΚΩΝ ΝΑ ΦΟΝΑΣΤΕ

                  ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

C

         You never gave me wealth

always devastated by the races of Continents

         and always praised by their arrogance!

The North took the grapevine

        and the South took the Wheat Ear

buying out the direction of the wind

         and profanely cashing in the trees’ wealth

two or three times.

         But I knew nothing

other than the thyme in the sun’s pin

         and I felt nothing

but the water drop on my unshaven beard

         yet I laid my rough cheek on the stone’s rougher

century after century.

         I slept on the concern of my tomorrow

like the soldier by his rifle.

         And I searched for the compassion of the night

like an ascetic his God.

         Out of my sweat they created a diamond

and secretly they replaced

         the virgin of my glance.

They weighted my joy and they found it light, they said,

         and they stepped on it like an insect.

They stepped on my joy and encased it in stone

         and lastly they left me the stone

a horrible likeness of me.

         They strike it with a heavy axe, they bore it with a sharpened scalpel

they carve my stone with a bitter chisel.

         And as time erodes the matter, the prophesy emerges

clearly out of my face:

         FEAR THE WRATH OF THE DEAD

       AND THE STATUES OF THE ROCKS

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s