Archive for 10/07/2021

EXILE DIARIES

8 Νοεμβρίου 1948

Κοντεύουμα να συνηθίσουμε το συρματόπλεγμα τα πρόσωπα στ’ αγκάθια.

Δε χρειάζεται να ξυριζόμαστε τόσο συχνά.

Αργούν οι μέρες και τα χέρια. Σθνηθίσαμε.

Τα φύλλα του αμπελιού λίγο-λίγο κιτρίνισαν.

Έγιναν τώρα καφετιά και κόκκινα. Ο αγέρας

τα σεργιανάει το απόγευμα. Πασκίζουμε

να δέσουμε την προσοχή μας μ’ ένα χρώμα με μια πέτρα

με το περπάτημα του μερμηγκιού. Ένας βάβουλας

που σεργιανάει σ’ ένα φύλλο ξερό κάνει το θόρυβο

σα να περνάει ένα τραμ. Απ’ αυτό

καταλαβαίνουμε τη σιγαλιά που κατάκατσε μέσα μας.

Παράξενος καιρός, σωστό καλοκαίρι.


Μεγάλες λιακάδες απλωμένες στις γυμνές μυγδαλιές.

Αραιλα σύννεφα στο φωτεινό ουρανό σα μεγάλα δελτάρια λογοκριμένα.

ΓΡΑΦΕΤΕ ΜΟΝΟ ΔΕΚΑ ΑΡΑΔΕΣ — τ’ άλλα

θα πρέπει να τα βάλουμε στη ναφθαλίνη

θα χρειαστούν μεθαύριο θα χρειαστούν. Τώρα χρειαζόμαστε3

φανέλλες και μάλλινα τσουράπια μάλλινα γάντια

γιατί απ’ τον τρόπο που κάθουνται οι πέτρες το πρωί

τόχουμε σίγουρο πως όπου νάναι χειμωνιάζει.


Εχτές το βράδι μας πήραν και τη μπάλα.

Το γήπεδο με το φλισκούνι είναι έρημο.

Μονάχα ο αγέρας δίνει κουτουλιές στο φεγγάρι.

Την ώρα του δείνπου κάτου απ’ τη λάμπα

τα χέρια τρίβουν λίγη ψόχα ψωμί

με μια κρυφή κρατημένη αδημονία

σα να κουρντίζουν ένα αόρατο πελώριο στματημένο ρολόι.

 EXILE DIARIES

8th of November   

We’re almost familiar with the barbwire, the faces

               the thorns.

We don’t have to shave as often;

the days linger on our hands, we got used to them.

The grapevine leaves started getting yellow, then

dark brown, red. The afternoon wind tosses them

around; we try to focus our attention on

a color, a stone or on the movement of an ant. A

flower petal on a dry leaf creates such a noise, as if

a tram goes by. From this we realize that silence

has settled inside us.

Strange time; a true summer.

Great sunny days spread over the leafless almond

trees. A few clouds up on the bright sky like long

censored reports: WRITE ONLY TEN LINES

we save everything else in case we might

            need them someday.

Now, we need inside shirts, woollen socks, gloves,

because the way we feel the rocks in the morning

we know winter is soon upon us.

Last night they took our soccer ball;

the soccer field with the wild mint is deserted;

only the wind serves a spoonful of the moon.

During our supper under the lamp

we rub a few crumbs of bread with our fingers

with a secret reserved anticipation

as if we wound up an huge invisible stopped clock.

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume I

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ//REPLACEMENTS

ΘΝΗΤΟΤΗΤΑ

Μη μιλάς άλλο. Συνέχεια δεν υπάρχει. Ψάχνεις

τα σχήματα, τα χρώματα. Κάνεις πως διαλέγεις.

Μοτοσυκλέτες θορυβούν. Τζάμια σπάνε. Ο Παύλος

πίστευε στους ανθρώπους. Τον σκότωσαν. Πολλοί ξεχνιούνται,

πολλά μένουν στη μέση. Λυπημένες γυναίκες

πλένουν τους γυάλινους σωλήνες, τους αφήνουν στον ήλιο,

παιδιά κοιμούνται το βράδυ με τα ρούχα τους. Θα βγώ έξω, είπε,

θ’ αγοράσω ένα καρπούζι μεγάλο σαν όλο τον κόσμο,

θα το σκίσω στα δυο, να κοιτάω το βαθύ κόκκινο του

καρφωμένο γερά με μαύρες πρόκες. Και θα το φάω.

Mortality

Don’t talk anymore There is no continuance You search

the shapes the colors You pretend to choose

Motorcycles are noisy Windowpanes break Paul

believed in people They killed him A lot gets forgotten

a lot remains half-done Solemn women

wash the glass tubes they leave them in the sun

children sleep in their clothes at night The compass

has been left on the table for years I’ll go out – he said –

I’ll buy a watermelon as big as the whole world

I’ll slice it in two to stare at its dark red color

firmly nailed with black nails And I shall eat it

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume II

Αγρύπνια//Vigilance

Ο Καιρός Είναι στη Βροχή//Rain is coming

(Απόσπασμα)


Εδώ συνάζονται τ’ αποφόρια του χρόνου,

είναι ήσυχα δω πέρα, είναι σχεδόν ζεστά,

μπορείς να κλείσεις τα μάτια και ν’ ακούσεις τη νύχτα που

        έρχεται

αυτό το ξέχωρο βήμα με τα σπασμένα τακούνια της —

η φωνή της πίσω απ’ το ξεφτισμένο βέλο της

έχει μια ευγένεια μακρινή

κ’ είναι μια σιωπηλή ευτυχία πίσω απ’ τις κλεισμένες γρίλλιες

σα ν’ άγγιξες μεςς το σκοτάδι με θλιμένα δάχτυλα

εκείνο το ίδο χέρι, το βασανισμένο χέρι του παιλού μας φίλου.

Ίσως να μείναν έξω λίγα αστέρια στο φθινόπωρο

σαν τα ρακοπότηρα με λίγες στάλες κονιάκ στο άδειο σαλόνι

όταν φύγανε πια οι επισκέπτες μαζί με τη Ναυσικά μ’ ένα κλαδάκι

           φως στον ώμο της

κ’ έμεινε η μητέρα καταμόναχη μέσα στο βραδινό καθρέφτη

να ξεκρεμάει με κουρασμένο χέρι το χαμόγελο της

με την ίδια κίνηση που βγάζει κάθε βράδυ απ’ τα μαλλιά της τις

           φουρκέτες της.

(Excerpt)

The leftover cloths of time gather here —

it’s quiet over here, almost warm

you can close your eyes and hear the approaching

             night —

that particular walk on its broken heels —

its voice, following behind its worn out veil,

has a certain distant kindness and

there is a silent happiness behind the closed

window shutters, as if you were touching, with

your sorrowful fingers, that same tortured hand

of our old friend. 

Perhaps a few stars were left outside in the autumn

like the moonshine glasses left in the living room

with a few drops of cognac, after the visitors left along

with Nausicaa with a small twig lighting her shoulder

and mother was left all alone inside the evening mirror

trying to unhang her smile with her tired hand

in the same way she always takes the pins off her hair

             every evening.

Poem by Miltos Sachtouris

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλὶ ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφὲς με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλὶ πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερὶ έγειρε κι έπεσε απ᾿ το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζὶ

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

NOSTALGIA RETURNS

The woman undressed and lied

on the bed

a kiss unfolded on the floor

wild faces with knives appeared

on the ceiling

a bird hanging by the wall

choked and vanished

a candle leaned over and fell

of the votive

sobs and sounds of running footsteps

were heard outside

They opened the windows

a hand appeared

then the moon invaded the room

hugged the woman and they slept together

all night long a voice was heard:

the days pass by

the snow stays

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 10/07/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 2 – Text 56

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 56 – One who is not disturbed in mind even amidst the threefold miseries or elated when there is happiness, and who is free from attachment, fear and anger, is called a sage of steady mind.

Purport – The word muni means one who can agitate his mind in various ways for…

View original post 335 more words