Archive for 09/07/2021

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα)


Ίσως γι’ αυτό διαλέγουμε στο τέλος τη σκιά. Το σκοτάδι είναι μαύρο —
μαύρο, στιλπνό, αναλλοίωτο, χωρίς αποχρώσεις. Γλιτώνεις
απ’ την προσπάθεια να διακρίνεις, — προς τί;
Ο υπηρέτης εκείνος
ήταν φτιαγμένος σαν από σκοτάδι. Θυμάσαι; — Όταν μ’ άρπαξε
μαζεύαμε λουλούδια στο μεγάλο λιβάδι. Τα κανίσκια γεμάτα
κρόκους, βιολέτες, κρίνους, ρόδα, αμάραντα, υακίνθους· — εγώ είχα σκύψει
πάνω σ’ ένα παράξενο λουλούδι —σα νάρκισσος έμοιαζε,— ένας νάρκισσος
πρωτόφαντος, μ’ εκατό χρώματα, μ’ εκατό μίσχους·
σπίθιζαν πάνω του οι σταγόνες της δροσιάς. Κι εγώ εκεί, θαμπωμένη,
γερτή, σαν αναδιπλωμένη εντός μου, σα σκυμμένη σ’ ένα πηγάδι,
να βλέπω τη μορφή μου (αυτάρκης σχεδόν), ερωτευμένη
με την τριανταφυλλένια σκιά στις άκρες των χειλιών μου,
με την κρουστή, φιλντισένια κοιλότητα ανάμεσα στα στήθη.

Πάνω απ’ την πλάτη μου πλατάγιζε σαν σημαία το λιοπύρι·
μου ’καιγε τα μαλλιά· χιλιάδες άστρα λεπτότατα αναβόσβηναν,
ένα σε κάθε τρίχα μου, με πεντάχτινα χρώματα. Τα ’βλεπα
μέσα στο δροσερό νερό (ή μέσα σ’ εκείνον τον νάρκισσο; — δεν ξέρω), αμέτρητα
σπιθίζανε γύρω στο πρόσωπό μου, σα να ’χα πιάσει φωτιά, και σα να ’θελα
να πέσω μέσα στο νερένιο είδωλό μου να τη σβήσω.


(Excerpt)

Perhaps for this reason we finally chose the shadow.

Darkness is black, glossy black, unaltered, without

shades; you’re saved from the effort to choose, for

what reason anyway?

That servant 

was black as if made of darkness. You remember?

When he grabbed me we were gathering flowers

in the big plain. The baskets were full of crocuses,

violets, lilies, roses, hyacinths, amaranth. I had stooped

over a most beautiful flower, looked like narcissus,

a narcissus I saw for the first time, with a hundred colors,

a hundred stems over which dewdrops sparkled. And I,

there amazed, leaning over, as if folded in two,

as if leaning over a water well, was looking at my face,

almost self-content, in love with the rosy shadow on

the edge of my lips and with the crisp, ivory contour

between my breasts.

The conflagration of the day fluttered like a flag over

my back; it burned my hair; thousands of tender stars

flickered, one in each of my hairs with five rayed colors.

I saw them in the fresh water or in that narcissus, I don’t

know, they sparkled around my face, as if I had caught

fire, as if I wanted to fall in my watery idol to put it out.

YANNIS RITSOS-VOLUME II

Ισμήνη//Ismene

(Απόσπασμα)

Ω, η αδελφή μου ρύθμιζε τα πάντα μ’ ένα πρέπει ή δεν πρέπει,
λες κι ήταν πρόδρομος εκείνης της μελλοντικής θρησκείας
που χώρισε τον κόσμο στα δυο (στον εδώ και στον πέρα), που χώρισε
το ανθρώπινο σώμα στα δυο, πετώντας το απ’ τη μέση και κάτω.

Πολύ τη λυπόμουν. Παρά λίγο να βλάψει και μένα. Αν την δοξάσανε τόσο
ήταν γιατί τους γλίτωσε απ’ το να πράξουν το ίδιο. Στο πρόσωπό της
τιμήσαν τη δική τους αντίθεση νεκρή· — αυτοσυχωρέθηκαν,
αθωώθηκαν και ησύχασαν.
Αν είχε ζήσει, ω, σίγουρα,
θα την είχαν μισήσει. Μοναδική της σκέψη
ήταν ο θάνατος. Και τώρα λέω: μια κι ήξερε
ότι δεν ήταν τρόπος να τον αποφύγει, αντί να τον προσμένει
αργά, βαριά, γερνώντας ανωφέλευτα, προτίμησε
να τον προλάβει, να τον προκαλέσει μάλιστα, στ’ όνομα
μιας πονηρής κι ιταμής γενναιοφροσύνης, αντιστρέφοντας το φόβο
όλης της ζωής και της επιθυμίας της σε ηρωισμό, αντιστρέφοντας
τον ίδιο της αναπότρεπτο θάνατο σε μιαν ευτελή αθανασία,
ναι, ναι, ευτελή, παρόλη της την εκτυφλωτική λαμπρότητα. Πώς το άντεξε, θε μου,
αυτή η αιώνια φοβισμένη ώς το θυμό, η αιώνια τρομαγμένη
μπροστά στο φαΐ, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα,
μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό;
Ποτέ της
δεν άφησε τον Αίμονα να της αγγίξει το χέρι. Πάντα μαζεμένη
σάμπως για να μη χάσει τίποτε, αναδιπλωμένη στον εαυτό της,
με το ’να χέρι της χωμένο στο μανίκι του άλλου,
με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, με τα φρύδια σμιγμένα,
πρόθυμη μόνο να παρασταθεί σ’ όλες τις δυστυχίες,
νιώθοντας ίσως περηφάνια για την δυστυχία της — ποιά δυστυχία;

(Excerpt)


Yes, my sister always arranged everything with a must

               or must not,

as if she was the forerunner of a future religion,

who divided the world in two, one here and one

further away, the human body in two throwing away

               the one below the waist.

I felt very sorry for her; she came close to hurting me too.

If they glorified her so much, it was because she saved

them from doing what she did. In her face they glorified

their dead resistance; they forgave themselves, they declared

themselves innocent and they found peace.  

Should she had survived they would surely have hated her.

Her only thought was on her death. And now I can add:

Since she knew that death was inevitable, instead of sitting

back and getting uselessly old waiting for it, she chose

to get ahead of it, even to dare it in the name of a smart and

audacious generosity, reversing the fear of all her life and

her desire for heroics, reversing her own irreversible death

into a worthless immortality, yes, yes, worthless, despite

of all its blinding splendour. How she endured it, god,

the forever afraid to the point of anger, forever scared

in front of food, light, colors, the fresh, pure water?

She never let Haemon touch her hand. Always reserved,

as if afraid of losing something, double folded in herself,

with one arm inside her other sleeve, her back against

the wall, her always frowning eyebrows, ready to assist

during one’s calamity perhaps feeling proud for her

misfortune, which misfortune?

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I

ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Τα άλλα, σα να μην ήταν τίποτα — χάθηκαν. Άργος, Αθήνα, Σπάρτη,
Κόρινθος, Θήβα, Σικυών, — σκιές ονομάτων· τα μιλάω· ηχούν σαν βουλιαγμένα
μες στο ασυντέλεστο. Κάποιο χαμένο ευγενικό σκυλί στέκει
μπροστά στην προθήκη ενός φτηνού γαλατάδικου. Μια νέα περαστική το κοιτάζει·
αυτό δεν αποκρίνεται· η σκιά του απλώνεται στο πεζοδρόμιο μεγάλη.
Δεν έμαθα ποτέ μου το γιατί. Κι ούτε υπάρχει θαρρώ. Μένει μονάχα
αυτή η εξευτελιστική, εξαναγκασμένη (από ποιόν;) επιδοκιμασία
καθώς γνέφουμε «ναι» με το κεφάλι, σα να χαιρετούμε κάποιον
με απίστευτη δουλοφροσύνη, ενώ κανείς δεν περνάει, κανείς δεν είναι.

Θαρρώ πως κάποιος άλλος μού αφηγήθηκε, με ολότελα άχρωμη φωνή, ένα βράδυ,
τα περιστατικά της ζωής μου· κι εγώ νύσταζα· μέσα μου ευχόμουν
να σταματήσει επιτέλους· να μπορέσω να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ. Κι όσο μιλούσε, για να κάνω κάτι, ν’ αντιστέκομαι στον ύπνο,
μετρούσα ένα ένα τα κρόσσια απ’ το σάλι μου, ρυθμίζοντας το μέτρημα
πάνω σ’ ένα κουτό, παιδιάστικο τραγούδι της τυφλόμυγας, ωσότου
να χάσει κάθε νόημα απ’ την επανάληψη. Μα ο ήχος διατηρείται —
θόρυβοι, γδούποι, συρσίματα, — το βουητό της σιωπής, ένα παράταιρο κλάμα,
κάποιος ξύνει τον τοίχο με τα νύχια του, κάποιο ψαλίδι πέφτει στα σανίδια,
κάποιος βήχει· — η παλάμη στο στόμα του, μη και ξυπνήσει έναν άλλον
που κοιμάται μαζί του —ίσως το θάνατό του·— σταματάει· ύστερα πάλι
εκείνο το σπειροειδές βουητό από ’να άδειο πηγάδι, κλεισμένο.

The other things are lost as if they never existed Argos Athens

          Sparta

Corinth Thebes Sykion – shadows of names I pronounce and they

          echo as if they are sunken

in the incomplete A stray well-bred little dog stands

before the window of a poor dairy A young woman passing by

          looks at it

it doesn’t respond its shadow is spread on the sidewalk

          enlarged

I never learned the reason I doubt it truly exists There remains

only that humiliating compulsive (from whom?) approval

like when we nod yes as if we greet someone

with incredible servitude although nobody goes by

          nobody is there

I believe that another person told me one night with a totally

          colorless voice

all my life’s events and I was so sleepy I wished inside me

that he’d finally stop so that I could close my eyes

and sleep And as long as he spoke just to do something

            to resist sleeping

I counted one by one the tassels of my shawl in a certain

            rhythm

with a silly childish game of the blind fly until its

meaning was lost in the repetition But the sound remains –

noises thuds crawling – the buzz of silence a discordant

           cry

someone scratches the wall with his nails a pair of scissors fall

           on the floor planks

someone coughs – his palm on his mouth so that he may not

           wake up the other

who sleeps with him – perhaps his death – he stops then

           again

that spiral buzz from an empty shut-off water well.

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 09/07/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 2 – Text 59

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 59 – Though the embodied soul may be restricted from sense enjoyment, the taste for sense objects remains. But, ceasing such engagements by experiencing a higher taste, he is fixed in consciousness.

Purport – Unless one is transcendentally situated, it is not possible to cease from sense enjoyment. The process of restriction…

View original post 154 more words

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

ο έρωτας

αιθέριο λεξικό
που έχει εξοστρακίσει
τις λέξεις φθορά προδοσία τέλος

κόκκινο πυροτέχνημα
που καταυγάζει τη σκοτεινιά
και πέφτοντας αφήνει αποκαΐδια

μνήμη ανίκητη
που ανέτειλε στον ουρανό
και λάμπει σαν αστέρι

Από τη συλλογή ανώνυμοι (2021) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

View original post