Archive for 07/07/2021

Poem by Miltos Sachtouris

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστὸ κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ᾿ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδὶ μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνὰ ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανεὶς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις οὐράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπὸν είναι ποιητής

PRESENTS

Today I put on

the red warm blood

people love me today

a woman smiled at me

a girl gave me a conch

a boy gave me a hammer

today I kneel down onto the sidewalk

I nail the naked legs

of the passersby on the slabs

they’re all teary eyed

yet no one of them is scared

they’ve all stayed in places which I reached

they’re all teary eyed

yet they gaze at the neon signs up high

and the female beggar who sells Easter Bread

on the sky

two men whisper

what’s he doing? Is he nailing our hearts?

Yes, he’s nailing our hearts

for he’s the poet

EXILE DIARIES

5 Νοεμβρίου 1948

Πέρασε το πρωϊνό μας με ήσυχες κουβέντες.

Διάβασα και τα χθεσινά γραφτά μου. Μ’ άρεσαν

εκείνα που είπα για τους πέντε γερόντους. Τα βρήκα

απλά κι αληθινά. Κι ευχήθηκα μέσα μου

να γίνονταν έτσι τα πράγματα.

                                               Τώρα βραδιάζει.

Ώρα να λογαριάσω τα έξοδα και τα έσοδα μου.

Ποτές μου δεν τα καταφέρνω στους λογαριασμούς. Μπερδεύομαι.

Εκείνοι που μ’ οχτρεύονται, το ξέρω, είναι πολλοί.

Μα αυτοί που μ’ αγαπάνε είναι περισσότεροι

κι είναι οι καλύτεροι.

Εγώ χρωστάω και σ’ αυτούς και σ’ εκείνους.

Όμως δε βρίσκω ακόμα τη λέξη

που θάφτανε μαζί για κείνους και για μένα. Γι’ αυτό

καταλαβαίνω που τα χρέη μου αυγαταίνουν.

Πώς θα μπορούσε το τραγούδι μου να φτάσει ως εκεί πέρα

άν δεν έφτανα πρώτος εγώ;


Καλά. Καλά. Ο καιρός είναι καλός.

Αύριο-μαυθαύριο θαν τα ξαναπούμε. Τώρα

κοιτάω το χρώμα της βραδιάς που αλλάζει πάνου στο χαρτί μου.

Ένα κλαδί μου ξύνει με το νύχι του το μάγουλο.

Έχει λοιπόν ακόμα ρίζες η χαρά.


Η σκιά του χωροφύλακα πέφτει στο συρματόπλεγμα.

5th of November

We spent our morning talking soft words.
I read my yesterday’s writings. I liked what

I wrote for the five old men.

I found them simple and true. Inside of me

I wished that things would turn out that way.

                          Evening is approaching,

time to count my proceeds and expenses;

I was never good in accounting. I get mixed up;

many people hate me, I know it,

though a lot more love me, and those are better.

I owe to both of them,

however I can’t find the word

that would be suitable to them and to me. For this

I realize my debts multiply; how could my song

reach far away unless I reach faraway first?

Good. Good. The weather is good.

We’ll chit-chat again tomorrow or day after tomorrow.

Now I observe the color of the evening as it changes

            on my paper.

A branch scratches my cheek with its nail.

Therefore joy still has roots.

The shadow of the policeman falls on the barbwire.

ΘΥΡΩΡΕΙΟ//CARETAKER’S DESK

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Με το φθινόπωρο ακούσαμε ξανά κάτω απ’ τις καμάρες

το κέρας των αρχαίων κυνηγών. Ο ραβδοσκόπος καθόταν

           στην πόρτα.

Μπροστά στο Διοικητήριο έκαιγαν τους χαρταητούς. Λίγο πιο πέρα

μονάχο το άγαλμα, γυμνό, τρέμοντας όλο πάνω στο βάθρο του,

(αυτό που τόσα είχε τραβήξει για να γίνει άγαλμα), αυτό,

ολότελα πια λησμονημένο, μελετούσε κρυφά, μέσα στην πέτρα,

έναν καινούργιο, εκπληκτικό διασκελισμό, που να επισύρει

την προσοχή των κυνηγών, του φούρναρη, του κεροπώλη, της χήρας,

διαψεύδοντας ό,τι περισσότερο είχε ονειρευτεί: την άσπιλη εκείνη

την ένδοξη του, τη μαρμάρινη, την αναπαυτικά εσταυρωμένη

         ακινησία.

Dead End

In the fall we heard horns of the ancient hunters

blare from under the arches The dowser

          sat by the door

In front of Government House they burned kites Farther on

the statue was alone naked completely shivering on its pedestal

(the one that had endured so much to become a statue)

now totally forgotten secretly contemplated in the rock

a new amazing straddle that would draw

the hunters’ attention the butcher’s baker’s widow’s

disproving what he’d dreamed of the most: his unblemished

his glorified his made-of-marble comfortably crucified

          motionlessness

To Koskino

Ιωάννης Κοντός

Πολιτική ακτιβίστρια, δημοσιογράφος, ποιήτρια, φωτογράφος -και πολλά άλλα-, η Βραζιλιάνα Adelaide Ivánova καταθέτει με την ποιητική συλλογή της Το σφυρί μια παθιασμένη φεμινιστική δήλωση.

Κουβεντιάζουμε μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν.

«Προσπαθώ να συλλαμβάνω “αληθινές” ιστορίες, να τις αναδημιουργώ και να τις πολιτικοποιώ», γράφεις. Αυτό είναι το κοινό «νήμα που συνδέει τα διάφορα εγχειρήματά σου- από τη δημοσιογραφία και την ποίηση, στη φωτογραφία και στην περφόρμανς;

Είναι το βασικό «νήμα», όπως είπες. Κατά κάποιον τρόπο είναι και ένα είδος δέσμευσης. Δεν έχει σημασία ακριβώς το μέσο. Το μέσο βρίσκεται στην υπηρεσία της ιδέας, όχι το αντίστροφο.

Είναι πολύ σημαντικό να θέτεις ερωτήματα και να εξακολουθείς να αμφιβάλλεις για τα πάντα. Είναι επίσης σημαντικό να καταθέτεις προτάσεις.

Η αφήγηση ιστοριών, εξάλλου, όπως επίσης επισημαίνεις, προέκυψε με φυσικό τρόπο από ένα πολύ πρώιμο στάδιο της ζωής σου. Πώς ήταν το…

View original post 1,080 more words

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

αισιόδοξος

όπως εκείνος που σφυρίζει
έναν χαρούμενο σκοπό μες στο σκοτάδι
που απλώνει ένα χέρι
σ’ έρημους δρόμους
ή ανάβει ένα φως
σε λάμπα καμένη από καιρό

κι όπως εκείνος που επιμένει
να γράφει πάνω στο νερό
που παραπατάει συχνά
αλλά δεν πέφτει στον γκρεμό

αισιόδοξος όπως εκείνος που φοβάται
μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα
αλλά σηκώνει το κεφάλι
και αντικρίζει πίσω απ’ τις κάννες
ένα πουλί να φτερουγίζει στον ουρανό

Από τη συλλογή ανώνυμοι (2021) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

View original post