Archive for 17/06/2021

George Seferis-Collected Poems, 3rd Edition

Posted: 17/06/2021 by vequinox in Literature

George Seferis-Collected Poems, 3rd Edition



Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου
άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω
στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και τα σπίτια
με λίγο φως απὸ τα παιδικά μας χρόνια.


Sometimes your blood froze like the moon

in the inexhaustible night your blood

spread its white wings over

the black rocks, the shapes of trees and the houses

with a bit of light from our childhood years.

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


(Απόσπασμα-Excerpt I)

(Έχει γυρίσει, όπως κάθε καλοκαίρι, απ’ την ξένη σκοτεινή χώρα, στο μεγάλο, εξοχικό, πατρικό της σπίτι, — πολύ ωχρή, σαν κουρασμένη απ’ το ταξίδι, σαν άρρωστη απ’ τη μεγάλη διαφορά κλίματος, φωτός, θερμότητας. Σαν ένα στρώμα προφυλακτικής σκιάς σκεπάζει ακόμα το πρόσωπό της και τα χέρια της. Μένει ξαπλωμένη στον παλιό καναπέ, σ’ ένα ευρύχωρο, φρεσκοασβεστωμένο δωμάτιο, στο πάνω πάτωμα, με κλεισμένα τα παντζούρια στα τρία παράθυρα και στην μπαλκονόπορτα. Ωστόσο η αντηλιά φωτίζει έντονα τους τοίχους με τρεμάμενα ραβδωτά φέγγη. Στο πάτωμα, ένα σωρό πανέρια, γεμάτα αγριολούλουδα, όμοια μ’ εκείνα που δεν είχε προφτάσει να πάρει μαζί της, τότε, στο πρώτο ξαφνικό ταξίδι της. Φαίνεται πως, πριν από λίγο, της τα ’χαν φέρει οι φιλενάδες της για τα καλωσορίσματα. Τώρα, μένει κοντά της μονάχα μια νέα με ανάλαφρο κυανό φόρεμα, με κυανή ταινία στα μαλλιά, σα να ’ναι η πιο πιστή, η θυσιασμένη της φίλη, η υδάτινη Κυάνη. Πλάι στον καναπέ, πάνω σε μια καρέκλα, ένα πιάτο με δροσερό νερό. Η φίλη της, κάθε τόσο, βρέχει εκεί ένα βατιστένιο, κεντητό μαντιλάκι, το στύβει και το αποθέτει χαμηλά στο μέτωπο της ταξιδιώτισσας, κρύβοντάς της τα φρύδια. Πότε πότε, καμιά σταγόνα κυλάει λοξά στο μάγουλό της, νοτίζει το φαρδύ πολύχρωμο μαξιλάρι, — έτσι κάπως σα να κλαίει με ξένα δάκρυα. Και τα μαλλιά της είναι λίγο βρεγμένα. Έξω, μόλις ακούγεται η θάλασσα —γαλήνια, λάδι— και κάποτε η φωνή κάποιου κολυμβητή. Η αντηλιά τότε δυναμώνει στο δωμάτιο. Μιλάει η ταξιδιώτισσα):

She had returned, like any other summer, from her dark

residence to the big, family, country home; she’s pale,

as if tired from the voyage, sick of the huge difference

in climate, light, heat. A layer of protective shade covers

her face and hands. She’s laying down on the old sofa

of the roomy, freshly whitewashed room, on the upper floor,

with the three windows and the balcony door shutters

closed. However, the sun reflection floods the walls with

its shivering rib-shaped gleams; a few baskets full of wild

flowers are placed on the floor, like those she didn’t manage

to take with her on her first sudden voyage. It seems

that these flowers were brought to her by her friends as

a welcome gesture. Here she is alone with one of her friends,

dressed in a light-blue dress, with a light-blue ribbon on

her head, her most loyal, dedicated friend, Nymph Cyane.

A plate filled with fresh water rests on a chair next to the sofa.

Her friend often moistens the light, linen, embroidered

handkerchief and after squeezing it she places it on

the forehead of the voyager covering her down to her eyebrows.

Sometimes a drop of water drips down her cheek, it dampens

the big colorful pillow; she seems as if crying a stranger’s tears;

her hair is a little wet. The becalmed, smooth sea is heard

from outside and sometimes the voice of a swimmer. Then

the glare intensifies in her room. The voyager speaks.



(Απόσπασμα 1-Excerpt I)

Να ’ρχεστε πότε πότε· — αυτό μου δίνει ευχαρίστηση. Εδώ πέρα
ο χρόνος είναι αργός· τίποτα πια δεν έρχεται ή δεν φεύγει,
εκτός απ’ τη συνηθισμένη αυτή φθορά στο ξύλο των επίπλων,
στα καδρόνια της στέγης, στα πατώματα, στις σκάλες,
στους σοβάδες, στα σκεύη, στις κουρτίνες, στους ρεζέδες —
αργή φθορά, μια σιωπηλή σκουριά, προπάντων στα χέρια και στα πρόσωπα.

Τα μεγάλα ρολόγια στους τοίχους σταμάτησαν — κανείς δεν τα κουρντίζει·
κι αν κάποτε στέκομαι μπροστά τους, δεν είναι για να δω την ώρα,
μα το ίδιο μου το πρόσωπο, καθρεφτισμένο στο γυαλί τους,
περίεργα άσπρο, γύψινο, απαθές, σαν έξω απ’ το χρόνο,
ενώ στο σκοτεινό τους βάθος οι σταματημένοι δείχτες,
πίσω ακριβώς απ’ το είδωλό μου, είναι ένα ασάλευτο νυστέρι
που πια δεν έχει ν’ ανοίξει ένα τραύμα, δεν έχει
να μου αφαιρέσει τίποτα — φόβο ή ελπίδα, αναμονή κι αδημονία.

Do come more often, it’ll please me. Time is so slow here.

Nothing comes, nothing goes anymore, other than that usual

decay of the furniture, the ceiling beams, the floors, stairs,

the stucco, the appliances, curtains, the hinges — slow decay

like silent rust especially on the hands and faces.

The clocks on the walls have stopped, no one winds them up

and if I stop sometime in front of one, it isn’t to see the time

but my own face, reflected in the clock glass,

unfamiliarly white, as if made of plaster, emotionless,

as if beyond time, while the stopped fingers at the back,

precisely behind my idol, resemble a firm scalpel

that isn’t meant to open a wound anymore, it won’t

take anything from me — fear, hope, expectation

             or impatience.


Άνοιξε ξανά η αίθουσα «Ντίνου Κονόμου» – Η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου βρίσκεται στην Πλατεία Διονυσίου Σολωμού, την κεντρική πλατεία της πόλης της Ζακύνθου.

View original post 526 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 17/06/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 25

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 25 – It is said that the soul is invisible, inconceivable and immutable. Knowing this, you should not grieve for the body.

Purport – As described previously, the magnitude of the soul is so small for our material calculation that he cannot be seen even by the most powerful microscope…

View original post 255 more words