Archive for May, 2021

J. Michael Yates

Posted: 21/05/2021 by vequinox in Literature

Poem by my friend and mentor J. Michael Yates who passed 2019

Ποίημα του καλού μου φίλου J. Michael Yates που έφυγε το 2019

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

I

Το μαύρο δέντρo στο τέλος του δρόμου

αποπνέει την τελευταία συλλαβή

της τελευταίας πρότασης

Το μαύρο δέντρο στο τέρμα

είναι το μόνο μέρος του ορίζοντα μου

που δεν απομακρύνεται καθώς πλησιάζω

Τα χέρια, η κεφαλή και τα πόδια μου

έλκονται κοντά του σαν τους δείχτες της πυξίδας

και το δέρμα μου παρομοιάζει

και μοιάζει με μαλλί, σκοτεινόχρωμο

Τώρα τα μέρη μου δεν  ανήκουν σε κανένα σύνολο

τα άκρα μου μόνο μοιάζουν σε μέρη άλλων πραγμάτων

και το τσεκούρι που πάντα κουβαλώ

άρχισε να σκουριάζει.


Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού

κι η φωτεινή

αποτελούν το ίδιο φεγγάρι

ένα μικρό κύκλο ψεύτικο φως

στο απέραντο ψεύτικο σκοτάδι.

DEATH THE FIRST

I

The black tree at the end of the road

exclaims the last syllable of the last sentence.

The black tree at the terminus

is the only part of my horizon

that doesn’t retreat as I near.

My hands and head and legs

magnetize toward it like compass needles

and my skin takes on the

look and feel of wood, darkly-grained.

Now my parts belong to the whole;

my limbs only resemble parts of other things,

and the axe I’ve carried always

has always been rusting.

The moon is a dark side

and a light side

and all the same moon;

a small circle of fraudulent light

in the long fraudulent dark.

Yannis Ritsos-Poems, volume I

Posted: 21/05/2021 by vequinox in Literature

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΕΛΕΝΗ (αποόσπασμα)

HELEN by YANNIS RITSOS (excerpt)

Ω, ναι, γελάω καμιά φορά, κι ακούω το γέλιο μου βραχνό ν’ ανεβαίνει
όχι απ’ το στήθος πια, πολύ πιο κάτω, απ’ τα πόδια· πιο κάτω,
μέσ’ απ’ τη γης. Και γελάω. Πώς ήταν δίχως νόημα όλα,
δίχως σκοπό και διάρκεια και ουσία — πλούτη, πόλεμοι, δόξες και φθόνοι,
κοσμήματα και η ίδια η ομορφιά μου.
Τί ανόητοι θρύλοι,
κύκνοι και Τροίες και έρωτες κι ανδραγαθίες.
Συνάντησα πάλι
σε πένθιμα, νυχτερινά συμπόσια τους παλιούς εραστές μου, με άσπρα γένια,
με άσπρα μαλλιά, με κοιλιές ογκωμένες, σα να ’ταν
έγκυοι κιόλας απ’ το θάνατό τους, να καταβροχθίζουν με μια ξένη βουλιμία
τα ψημένα τραγιά, χωρίς να κοιτάζουν τη σπάλα —τί να κοιτάξουν;—
μια επίπεδη σκιά τη γέμιζε όλη με ελάχιστες άσπρες κηλίδες.

Εγώ, όπως ξέρεις, διατηρούσα ακόμη την παλιά ομορφιά μου
σαν από θαύμα (αλλά και με βαφές, με βότανα και με πομάδες,
χυμούς λεμονιών κι αγγουρόνερο). Τρόμαζα μόνο να βλέπω στη μορφή τους
το πέρασμα και των δικών μου χρόνων. Έσφιγγα τότε τους μυώνες της κοιλιάς μου,
έσφιγγα μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο τα μάγουλά μου, σάμπως
να στέριωνα μ’ ένα φτενό δοκάρι δυο ετοιμόρροπους τοίχους.

Ah yes sometimes I laugh and I hear my hoarse laughter

            rising

not from my chest anymore but much lower from my feet

even lower from the earth And I laugh that everything was

so pointless purposeless ephemeral and meaningless – wealth

           glories wars and

jealousies jewels and my own beauty

           What silly legends

swans Troys loves and gallantries

            I met again

in mournful night feasts my old lovers with white

            beards

with white hair with bulging bellies as if they were

already pregnant with their death to devour with strange

            greediness

the roasted goats without looking into the shoulder blade – what

            would they look for? –

a leveled shadow had filled all of it with just a few white stains

And I as you know I still had my former beauty

as if by a miracle (but also with tints herbs and salves

lemon juice and cucumber water) Though I was just terrified

            to see in their faces

the passing of my own years At times like that I tightened

            my belly muscles

I tightened my cheeks with a false smile as if

steadying up two crumbling walls with a thin beam

ΕΛΛΑΣ

Ελαιογραφία του Γεωργίου Σουρή φιλοτεχνημένη το 1889 από τον Τρ. Καλογερόπουλο. Ανήκει στην κόρη του ποιητή Μυρτώ Λουμπιώτη.

Του Στέφανου Μίλεση

Ο πατέρας του Γεωργίου Σουρή ήταν γεννημένος στα Κύθηρα. Η μητέρα του στη Χίο ενώ ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1853 στη Σύρο. Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Νέο Φάληρο όπου και πέθανε το έτος 1919.

View original post 1,489 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 21/05/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 23

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 23 – The soul can never be cut to pieces by any weapon, nor burned by fire, nor moistened by water, nor withered by the wind.

Purport – All kinds of weapons – swords, flame weapons, rain weapons, tornado weapons, etc. – are unable to kill the spirit soul. It…

View original post 277 more words

Constantine P Cavafy-Poems

Posted: 20/05/2021 by vequinox in Literature

ΕΙΣ ΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Σαστίσαμε στήν Αντιόχεια όταν μάθαμε

τά νέα καμώματα τού Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε μέ λόγου του, στήν Δάφνη!

Χρησμό δέν ήθελε νά δόσει (σκοτισθήκαμε!),

σκοπό δέν τόχε νά μιλήσει μαντικώς, άν πρώτα

δέν καθαρίζονταν τό εν Δάφνη τέμενός του.

Τόν ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στήν Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—

Ένας απ’ αυτούς εκεί ενταφιασμένους

ήταν ο θαυμαστός, τής εκκλησίας μας δόξα,

ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.

Όσο τόν ένοιωθε κοντά δέν κόταε

νά βγάλει τούς χρησμούς του  τσιμουδιά.

(Τούς τρέμουνε τούς μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπόθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,

νεύριασε καί ξεφώνιζε: Σηκώστε, μεταφέρτε τον,

βγάλτε τον τούτον τόν Βαβύλα αμέσως.

Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.

Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.

Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.

Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;

Ο Απόλλων είπε νά καθαρισθεί τό τέμενος.

Τό πήραμε, τό πήγαμε τό άγιο λείψανον αλλού.

Τό πήραμε, τό πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε τό τέμενος.

Δέν άργησε καθόλου, καί φωτιά

μεγάλη κόρωσε: μιά φοβερή φωτιά:

καί κάηκε καί τό τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη τό είδωλο  γιά σάρωμα, μέ τά σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός καί διέδοσε—

τί άλλο θά έκαμνε—πώς η φωτιά ήταν βαλτή

από τούς Χριστιανούς εμάς. Άς πάει νά λέει.

Δέν αποδείχτηκε  άς πάει νά λέει.

Τό ουσιώδες είναι  πού έσκασε.

IN THE SUBURBS OF ANTIOCH

We were baffled in Antioch

when we learned of Julian’s new exploits.

Apollo explained himself clearly at Dafni!

He wouldn’t pronounce an oracle (who cares!),

he didn’t intend to prophesy, unless

his temple at Dafni was purified first.

He was disturbed, he declared, by the neighboring dead.

There were a lot of tombs at Dafni.—

one of the dead buried there was

the marvelous, glory of our church,

the saint, the victorious martyr Vavylas.

This was the reason, this was the one the phseudo-god feared.

As long as he felt him near he didn’t

dare to give his oracles; he was silent.

(the phseudo-gods tremble before our martyrs).

The profane Julian rolled up his sleeves,

he got vexed and shouted: Exhume this Vavylas

at once. Lift him up, move him away,

do you hear me? Apollo is annoyed.

Lift him up, take him immediately.

Take him wherever you wish. Exhume him,

Dig him up, throw him out. Are we playing now?

Apollo said that we need to purify the temple.

We took him; we moved the holy corpse elsewhere.

We lifted him, we moved him with love and with honor.