George Seferis-Collected Poems

Posted: 27/04/2021 by vequinox in Literature

Mythistorema

Δ


ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Και ψυχὴ
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτὴν
εις ψυχὴν
αυτὴ βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρὸ τον είδαμε στον καθρέφτη.

Ήτανε καλὰ παιδιὰ οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε απὸ τον κάματο ούτε απὸ τη δίψα ούτε απὸ την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχὴ
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρὶς ν᾿ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλὰ παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπὶ με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμὸ
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιὲς
κατὰ τη δύση, πέρα απὸ τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχὴν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιὰ χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλοὺς πολλὰ νησιὰ τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμοὺς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιὰ
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ᾿ ακρογιαλιὲς γεμάτες αρώματα νυχτερινὰ
με κελαηδίσματα πουλιών, νερὰ που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιὰ και τους σκαρμοὺς
με το σοβαρὸ πρόσωπο της πλώρης
με τ᾿ αυλάκι του τιμονιού
με το νερὸ που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ᾿ ακρογιάλι.
Κανεὶς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

        breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

        that bark.

If it is to know itself, they said

it must look into its own soul, they said

and the oars struck the gold of pelagos

        in the sunset.

We passed by many capes many islands the sea

that brings another sea, gulls and seals.

Sometimes grieving women wept

lamenting their lost children

and others angrily sought Alexander the Great

and glories lost in the depths of Asia.

We moored on shores filled with night fragrances

with bird chirps, with waters that left on our hands

memory of a great happiness.

But the voyages did not end.

Their souls became one with the oars and the oarlocks

with the solemn face of the prow

with the rudder’s wake

with the water that shattered their image.

The comrades died one by one,

with lowered eyes. Their oars

point to the place where they sleep on the shore.

No one remembers them. Justice.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s