Archive for 18/04/2021

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

Posted: 18/04/2021 by vequinox in Literature

ΕΛΕΝΗ — HELEN

Σε τούτο το σπίτι ο αγέρας έχει γίνει βαρύς κι ανεξήγητος, ίσως
από τη φυσικότητα της παρουσίας των νεκρών. Μια κασέλα
ανοίγει μόνη της, βγαίνουν παλιά φορέματα, θροΐζουν, στήνονται όρθια,
σεργιανούν σιγανά· δυο χρυσά κρόσσια μένουν στο χαλί·· ένα παραπέτασμα
παραμερίζει· —δε φαίνεται κανείς— κι όμως είναι· ένα τσιγάρο
καίγεται μόνο του μες στο σταχτοδοχείο με μικρές διακοπές· — εκείνος
που το ’χει αφήσει εκεί, βρίσκεται στ’ άλλο δωμάτιο, σαν κάπως αδέξιος,
με την πλάτη γυρισμένη, κοιτώντας στον τοίχο, πιθανόν μιαν αράχνη
ή μια κηλίδα υγρασίας, — έτσι προς τον τοίχο, για να μην ξεχωρίζει
το σκοτεινό βαθούλωμα κάτω από τα προτεταμένα ζυγωματικά του.

Οι νεκροί πια δε μας πονούν, — κι είναι παράξενο — δεν είναι;—
όχι για κείνους τόσο, όσο για μας, — αυτή η ουδέτερη οικειότητά τους
μ’ έναν χώρο που τους έχει αρνηθεί και που αυτοί δε συνεισφέρουν
στα έξοδα της συντήρησής του είτε στην έγνοια της φθοράς του,
αυτοί, συντελεσμένοι κι αμετάβλητοι, μόνον σαν κάπως πιο μεγάλοι.

In this house the air has become heavy and inexplicable perhaps

from the natural presence of the dead A chest

opens on its own and old dresses come out of it rustle

        stand upright

and saunter quietly two golden fringes remain on the carpet

        a curtain

opens – nobody is revealed – though he is there a cigarette

burns on its own in the ashtray with short interruptions –

         the man

who left it there is in the next room somehow

         awkward

with his back turned looking at the wall perhaps at

         a spider

or a water stain – he is turned toward the wall so that the

dark hollow under his protruding cheekbones

         isn’t visible

The dead don’t feel any empathy for us – that’s strange eh? –

not so much for them but for us – this neutral familiarity

         of theirs

with a place that has denied them and where they don’t

contribute anything to its upkeep aren’t concerned with its wear

         and tear

they’re finished and unchangeable though just a bit older

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

Posted: 18/04/2021 by vequinox in Literature

ΓΙΑΤΡΟΣ

Ωχροί άντρες μας ακολούθησαν, ανεξήγητη αφέλεια,

αφού ούτε καν μπορούσαμε να βρούμε το δρόμο μας

δίχως τις οδηγίες Του. Η συγνώμη δεν είχε ακόμα εφευρεθεί

απ’ τους φανατικούς που κρατούσαν δαυλούς αναμμένους

κι όλοι μας νοιώσαμε πως είχαμε χαθεί στην προσπάθεια

να εξηγήσουμε το ανεξήγητο και να εντοπίσουμε ξανά

το για πάντα χαμένο όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο

που βρήκαμε το γιατρό πάνω από ένα τραυματισμένο στρατιώτη.

Παρ’ όλο που ο χάρτης του ξεκάθαρα έδειχνε πως δεν υπήρχε

πια ελπίδα την τελευταία μάχη είχε σχεδόν χάσει, παρατηρήσαμε

την προσοχή του γιατρού στην κάθε λεπτομέρεια όταν

ο οδηγός μας έκλεισε τα μάτια του τραυματισμένου

στρατιώτη, έσφιξε το χέρι του γιατρού σαν ν’ απορροφούσε

όλο του τον πυρετό κι αφού εκράτησε ενός λεπτού σιγή του

είπε: ‘Εσύ είσαι γένος και συγγένειά μου, υπάρχω μέσα σου

κι εσύ μες την καρδιά μου σε θρόνο κάθεσαι σαν βασιλιάς’.

DOCTOR

Pale men followed us, inexplicable stupidity, as

we were incapable of finding our own way without

a guide; mercy wasn’t invented yet fanatics

held torches and icons half lit and we all felt lost

in our quest to render the inexplicable explained and

the forever lost regained when we arrived at the hospital

found the doctor leaning over an injured soldier. Although

the chart clearly showed there was no hope, he had

already lost his last battle, we observed the attention

of the doctor to every possible detail of the stats when

our leader closed the dead soldier’s eyes, shook

the doctor’s hand as though taking in him all his fever and

he said: ‘you are my brethren and kin, I dwell

in you and you sit in my heart like a king on his throne.’

The Seepage of Dreams//Ροή Ονείρων

Posted: 18/04/2021 by vequinox in Literature

SONG OF THE LOST DAUGHTER

Hair of rope dragged along the ground,

I sleep in rags huddled in a cardboard box

dreaming of shoes, candy, and clean water.

My father disappeared looking for work,

my mother searching for food.

Now little brother brings me brackish water,

and I hold him like a blessing while he sleeps.

Too scared to search for firewood,

too weak to beg for food, too tired for a lullaby,

hair of rope dragged along the ground,

my emaciated body too thin for an embrace.

ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Σχοινί στο χώμα που τραβιέται

καθώς κοιμάμαι στο χαρτόνι

μ’ όνειρα για παπούτσια,

γλυκά και πόσιμο νερό.

Έφυγε ο γονιός να ψάξει για δουλειά

κι η μάνα μια ζωή να ψάχνει για φαί

τωρα ο μικρός νερό μου φέρνει αδερφός

και τον παρηγορώ πριν κοιμηθεί

Ο φόβος δεν μ’αφήνει ξύλα να βρω

αδύναμος να ζητιανέψω

και για νανούρισμα μεγάλος

σχοινί στο χώμα που τραβιέται

ισχνό το σώμα μου για μια αγκαλιά.

Crime Poetry, Βόλτα

Posted: 18/04/2021 by vequinox in Literature

To Koskino

Πήρα εκείνο τον ήσυχο δρόμο…
Μ’ άρεσε πάντα όταν περνούσε
ο ήλιος στη Δύση του από κει.
Τα μπαλκόνια
είχαν πολύχρωμες κορδέλες
που τις χόρευε ο άνεμος
σαν εραστής
που με δύο νότες
έκλεβε το χαμόγελο των κοριτσιών.
Πίσω από τα παντζούρια
κρυφοκοίταζαν οι νοικοκυρές
όσο στη κατσαρόλα πίσω τους
κόχλαζαν τα νεκρά τους όνειρα.
Ο αχνός στο τζάμι πρόδιδε
τα όρια μιας φυλακής
που ποτέ δεν έπρεπε
να συνειδητοποιήσεις.
Τα πουλιά
πετούσαν βιαστικά για τη φωλιά
και το σκοτάδι έπεσε…
Τα φώτα άναψαν…
Δε μπορεί ποτέ ο άνθρωπος
ήρεμος στην αγκαλιά σου
να πέσει, νύχτα.
Είναι γεμάτος φόβους κι ενοχές
που σε μια χούφτα φως
κοιτάει να τις κρύψει.
Στου δρόμου το τέλος…
Μια γάτα
μια κουκουβάγια
κι ένας τρελός.
Η γάτα, αθόρυβα πατούσε
και περνούσε
ανάμεσα απ’ του χρόνου τις ρωγμές.
Η κουκουβάγια ασάλευτη
το θάνατο κατάματα κοιτούσε
σαν το καλύτερο της φίλο.
Κι ο τρελός σε ρωτούσε!

View original post 11 more words

ΕΛΛΑΣ

Οι βίγλες της Χίου είναι μεσαιωνικοί, κυλινδρικοί πυργίσκοι, κτισμένοι σε ακτές και ακρωτήρια του νησιού. Σκοπός τους ήταν η παρατήρηση του πελάγους και η έγκαιρη ειδοποίηση των κατοίκων σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής.

View original post 579 more words