Archive for 04/04/2021

MOONLIGHT SONATA

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνίας,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο
στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου,
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια…

This house is haunted it pushes me away –

I mean it has aged so much the nails fall off

the pictures fall as if diving to the void

         the stucco bits drop silently

like the hat of the dead man off its hanger

         in the dark hallway

like the worn-out wool glove of silence falls off her

         knees

or a band of moonlight falls on the old worn-out armchair

Once even that was new – not the picture you

        stare at with such disbelief –

I mean the armchair so comfortable you could

        sit for hours

and with closed eyes dream of anything

– a smooth sandy beach wet and polished by the moon

more polished than my old leather shoes that every

month I polish at the corner shoe store

or a fishing boat’s sail that vanishes in the horizon rocked

        by its own breath

triangular sail like a handkerchief folded on an angle only twice

as though it didn’t have anything to cover or to keep

or to wave unfurled like saying goodbye I always had a

fixation with handkerchiefs

not for keeping anything tied in them

like some flower seed or chamomile gathered in the fields

        at sundown

or to tie it in four knots like the cap workers wear

in the opposite construction site

or to wipe my eyes – I maintained my vision properly

I never wore glasses Just a fixation with handkerchiefs

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

Posted: 04/04/2021 by vequinox in Literature

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Αφού η ιστορία μας ήταν γραμμένη σε σελίδες

απερίγραπτες κι αφού φτάσαμε στο κέντρο

της πόλης σταθήκαμε προσεκτικά ν’ ακούσουμε

τ’ απατηλά πατήματα των τελευταίων κορακιών

κι αφού το τέλος τούτο είχε κιόλας συμφωνηθεί

απ’ τις πάντα αλάθητες Μοίρες καταλάβαμε,

πως εμείς είμασταν το σχοινί που πάνω μας

θα περπατούσε ο Υπεράνθρωπος κι εμείς πάλι

οι Υπεράνθρωποι.

Μες τη φωλιά αετού γεμίσαμε το δισκοπότηρό μας

και με κουράγιο το τοξεύσαμε στης οικουμένης

τα τέσσερα άκρα υποσχεθήκαμε ποτέ θύματα

να μη πέσουμε συστήματος.

Τον κόνδορα κάναμε κληρονόμο όλης της σάρκας.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Τελικά πίστεψαν όλοι οι παρευρισκόμενοι

και με φωνή που αντήχησε στα μισοανοιγμένα

παραθυρόφυλλα, κραύγασαν—

‘Αυτοί έχουν κιόλας σωθεί.’

ASCERTAINMENT

Since our history was written on indescribable

pages and since we arrived to the center of town

we stopped to listen carefully to the misleading

footsteps of the last crows and since this end was

already agreed upon by the always unerring Fates

we finally understood: we, the rope upon which

the first steps of Ubermensch would be marked

and we again the Ubermenschen.

In the eyrie we filled our chalice with courage

and to the four corners of the universe we arrowed it

with a promise never to be trapped in any system’s

idiocy.

The condor we declared heir of the flesh.

The wind and rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

People who gathered in the center of the town

agreed and the half opened window shutters shivered

when in one voice the people cried out—

‘These are already saved.’

Constantine P. Cavafy–Poems

Posted: 04/04/2021 by vequinox in Literature

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ

Εδώ άς σταθώ. Κι άς δω κ’ εγώ την φύση λίγο.

Θάλασσας του πρωϊνού κι ανέφελου ουρανού

λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη  όλα

ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ άς σταθώ. Κι άς γελασθώ πως βλέπω αυτά

(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)

κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου

τες αναμνήσεις μου, τι ινδάλματα της ηδονής.

MORNING SEA

Let me stand here. Let me look

at nature for a while.

The yellow shore, the intense blue

of the morning sea, the clear sky; all

grand and beautifully radiant.

Let me stand here. And let me pretend

that I see these things (I really saw them

for a moment when I first stood here);

and not what I do see, even here, my fantasies,

my memories, my visions of carnal delight.

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 04/04/2021 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 14-15

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 14 – O son of Kuntī, the nonpermanent appearance of happiness and distress, and their disappearance in due course, are like the appearance and disappearance of winter and summer seasons. They arise from sense perception, O scion of Bharata, and one must learn to tolerate them without being disturbed.

Purport…

View original post 474 more words

ΕΛΛΑΣ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ

Στον αγροτικό κόσμο επικράτησε να ονομάζεται ο Σεπτέμβρης Τρυγητής, γιατί στα περισσότερα, αν όχι σε όλα τα μέρη, κοντά στον μήνα αυτό γίνεται ο τρύγος, η συλλογή των σταφυλιών και η επεξεργασία τους, για τη δημιουργία του οίνου, του κρασιού.

View original post 1,459 more words