Archive for 01/04/2021

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

Posted: 01/04/2021 by vequinox in Literature

ΑΓΚΥΡΑ

Παλιό σκουριασμένο σκαρί

στο πλάϊ γερμένο

αγκυροβολημένο

μια ζωή ολόκληρη στο τέλμα

αμετακίνητης άγκυρας,

η βόλεψή σου,

μ’ όνειρα για ταξίδια

που δεν έκανες

μα σήμερα να κόψεις

το δεσμό σου αποφάσισες

κι αμίλητος σέρνεις τ’ αρθριτικά

πόδια σου στην ανηφοριά

βήμα το βήμα

στιγμή με τη στιγμή

το ακατόρθωτο να κατορθώσεις

και σαν φτάνεις στην άκρη

του αβυσσαλέου γκρεμού

μια βαθειά ανάσα παίρνεις

και στο κενό αφήνεσαι

τελευταία και μόνη πράξη λευτεριάς

πουλί που ποτέ δεν ήσουν

ξάφνου γίνεσαι

στην ανωνυμία του θανάτου

ANCHOR

Old ravaged hull

leaning on its side

all your life

anchored in the swamp

your static phenomenon

with thoughts of long voyages

that you never took

though today you decide to sever

your ties with the bog

and silently you lead

your arthritic joins uphill

step by step

moment by moment

to achieve the unachievable

when you reach the edge

of the abysmal precipice

you let yourself fall in the void

your last act of freedom

a bird that you weren’t

suddenly you become

in the anonymity of death

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

Posted: 01/04/2021 by vequinox in Literature

ΕΛΕΝΗ // HELEN

Όχι πια λέξεις και ονόματα· κάτι ήχους μονάχα ξεχωρίζω· — ένα ασημένιο κηροπήγιο
ή ένα κρυστάλλινο ανθογυάλι ηχεί από μόνο του και ξαφνικά σωπαίνει
κάνοντας πως δεν ξέρει τίποτα, πως δεν κουδούνισε αυτό, πως κανένας
δεν το ’χε αγγίξει, πως κανένας δεν πέρασε πλάι του. Ένα φόρεμα
σωριάζεται μαλακά απ’ την καρέκλα στο πάτωμα, μεταθέτοντας
την προσοχή απ’ τον προηγούμενο ήχο στην απλότητα του τίποτα. Ωστόσο
η ιδέα μιας σιωπηλής συνωμοσίας, παρότι διαλυμένη στον αέρα,
επιπλέει πυκνωμένη σ’ ένα επίπεδο πιο πάνω, σχεδόν σταθμητή,
τόσο που αισθάνεται το χάραγμα των ρυτίδων να βαθαίνει πλάι στα χείλη σου
απ’ αυτήν ακριβώς την παρουσία ενός παρείσακτου που παίρνει τη θέση σου
μεταβάλλοντας εσένα σε παρείσακτο, εδώ στο κρεβάτι σου, στην κάμαρά σου.

Ω, αυτή η ξενιτιά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν,
μες στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει· ενώ τα δάχτυλά μας
δεν μπορούν πια να σφίξουν, να κρατήσουν τριγύρω στο κορμί μας
ούτε καν την κουβέρτα, που ανυψώνεται μόνη, διαλύεται, φεύγει, αφήνοντάς μας
ακάλυπτους μπροστά στο κενό. Και τότε η κιθάρα, κρεμασμένη στον τοίχο,
ξεχασμένη από χρόνια, με χορδές σκουριασμένες, αρχίζει να τρέμει
έτσι που τρέμει το σαγόνι μιας γριάς απ’ το κρύο ή απ’ το φόβο, και πρέπει
να βάλεις πάνω στις χορδές την παλάμη σου, να σταματήσεις
το μεταδοτικό τους ρίγος. Μα δε βρίσκεις το χέρι σου, δεν έχεις χέρι,
κι ακούς μες στο στομάχι σου πως είναι το δικό σου σαγόνι που τρέμει.

No more words and names I can only discern some sounds – a

        silver candleholder

or a crystal vase echoing by itself and suddenly stops

pretending that it knows nothing that it didn’t echo

        that nobody

struck it or touched it that nobody passed by it A dress

falls softly from the chair to the floor turning the attention

from the previous sound to the simplicity of nothing

         However

the idea of a silent conspiracy although diffused in the air

floats denser in a higher level almost leveled out

so much so that you feel the incising of wrinkles around

       your lips grow deeper

exactly because of an intruder’s presence who takes

        your place

turning you into an intruder here in your own bed in your

        own room

Oh this alienation in our own clothes that get old

in our own skin that gets wrinkled while our fingers

cannot grip anymore cannot even wrap around our bodies

the blanket that rises by itself disappears disperses

        leaving us

naked in the void And then the guitar hanging on

        the wall

forgotten for years with rusted strings begins to quiver

like the jaw of an old woman quivers from cold or fear

        and you have to

place your hand flat on the strings to stop their

contagious chill But you cannot find your hand

you don’t have a hand

and you hear in your stomach your own jaw

quivering

ΕΛΛΑΣ

Διαθέσιμο σε όλους από την ιστοσελίδα του Ιδρύματος Λάτση και της Lamda Development είναι πλέον το εντυπωσιακό λεύκωμα «Ελεύθερνα» για την πλούσια σε αρχαιολογικούς θησαυρούς περιοχή της Αρχαίας Ελεύθερνας, σημείο αναφοράς από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τον Μεσαίωνα.

View original post 1,743 more words

Fortunato Depero’s Futurist Toy

Posted: 01/04/2021 by vequinox in Literature

A R T L▼R K

31Qb+dJUvmLOn the 30th of March 1892, Italian Futurist artist Fortunato Depero was born in Fondo, Trentino. In his youth, he was apprentice to a marble worker, which may explain his future interest in shape, form and design. On a 1913 trip to Florence, he discovered a copy of Giovanni Papini’s periodical Lacerba, which prophesized the freedom and autonomy of art, the exaltation of the anarchist ‘genius’ and ‘superman’, introducing even the working classes to a liberated view on political and cultural issues. In Florence, Depero read Marinetti and in Rome he met Balla, exponents of the future movement. As part of Marinetti’s legendary Futurism manifesto, published in 1909 in the French Le Figaro, the poet pledged: “We intend to destroy museums, libraries, academies of every sort, and to fight against moralism, feminism…” and everything else, really.Most of these outrageous ideas seemed to be written by…

View original post 602 more words

George Seferis-Collected Poems

Posted: 01/04/2021 by vequinox in Literature

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙ ΓΙΑΝΝΗ

Ἡ μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξει
δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε.
Ἔχυσαν τὸ μολύβι μέσα στὸ νερὸ κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.

Ἂν μείνεις γυμνὴ μπροστὰ στὸν καθρέφτη τὰ μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τὸν ἄνθρωπο νὰ περνᾶ στὸ βάθος τοῦ καθρέφτη
τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴ μοίρα σου ποὺ κυβερνᾶ τὸ κορμί σου,
μέσα στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπὴ τὸν ἄνθρωπο
τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπής
κι ἂς ἀνάβουν οἱ φωτιές.

Τὴν ὥρα ποὺ τέλειωσε ἡ μέρα καὶ δὲν ἄρχισε ἡ ἄλλη
τὴν ὥρα ποὺ κόπηκε ὁ καιρός
ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τώρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κυβερνοῦσε τὸ κορμί σου
πρέπει νὰ τὸν εὕρεις
πρέπει νὰ τὸν ζητήσεις γιὰ νὰ τὸν εὕρει τουλάχιστο
κάποιος ἄλλος, ὅταν θά ῾χεις πεθάνει.

Εἶναι τὰ παιδιὰ ποὺ ἀνάβουν τὶς φωτιὲς καὶ φωνάζουν μπροστὰ στὶς φλόγες μέσα στὴ ζεστὴ νύχτα
(Μήπως ἔγινε ποτὲς φωτιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἄναψε κάποιο παιδί, ὦ Ἠρόστρατε)
καὶ ρίχνουν ἁλάτι μέσα στὶς φλόγες γιὰ νὰ πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενά μας κοιτάζουν ξαφνικὰ τὰ σπίτια, τὰ χωνευτήρια τῶν ἀνθρώπων, σὰν τὰ χαϊδέψει κάποια
ἀνταύγεια).

Μὰ ἐσὺ ποὺ γνώρισες τὴ χάρη τὶς πέτρας πάνω στὸ θαλασσόδαρτο βράχο
τὸ βράδυ ποὺ ἔπεσε ἡ γαλήνη
ἄκουσες ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπῆς
μέσα στὸ κορμί σου
τὴ νύχτα ἐκείνη τοῦ Ἅι-Γιάννη
ὅταν ἔσβησαν ὅλες οἱ φωτιές
καὶ μελέτησες τὴ στάχτη κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια.

Λονδίνο, Ἰούλιος 1932

THE FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered

you can do nothing about it.

They spilled the lead in the water pitcher under the stars

and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight

           you see

you see the man moving through the mirror’s depth

your destined man, who will rule your body

in loneliness and in silence, the man

of loneliness and silence

          and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced

at the hour when time is stopped

you need to find the man

who now and from the very beginning ruled your body

you must search for him, so that someone else may find him

           when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires

           in the hot night

(Was there ever a fire not started by a child,

           oh, Herostratus)

and they throw salt in the flames to sparkle it

(How strange the houses suddenly stare at us

the crucibles of men, when the gleam of fire

falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock

the evening when stillness came

you heard from afar the human voice of solitude and silence

in your body

that night of St John

when all the fires went out

and you studied the ashes under the stars.

London, July 1932