Archive for 05/03/2021

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES, Poetry by Yannis Ritsos, translated by Manolis Aligizakis

Έλα· σε χρειαζόμαστε όχι μόνο για τη νίκη, μα, προπάντων,
μετά τη νίκη· — όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας
μαζί με την Ελένη, γερασμένη κατά δέκα χρόνια,
με αλλοιωμένη προφορά, με παραστάσεις άλλες μες στα μάτια της,
κρύβοντας σε μακριά, χρυσοποίκιλτα πέπλα
την ξενιτιά της και τα γηρατειά της, κρύβοντας
μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενιτιά, την τύψη, την απελπισία
και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης:
γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;

Θαρρώ πως κι οι πιο ωραίες γυναίκες, σαν γεράσουνε,
γίνονται κάτι σα μητέρες, όλο συγκατάβαση και πικρή καρτερία,
όλο στοργή και τρυφερότητα, κι αυτή μεταμφιεσμένη
σε ρητή τάχα δικαιοσύνη των αναγκαίων σφαλμάτων,
των αναγκαίων απωλειών, των αναγκαίων δέκα χρόνων. Τότε, οι γυναίκες
φουχτώνουν τα κλειδιά της ζώνης τους και με τις δυο παλάμες τους,
με μια κοινότατη χειρονομία σα να τις έπιασε σφάχτης στη μέση —
ωραίες γυναίκες, γερασμένες, μυθικές μητέρες,
σε μια ύστατη χειρονομία απλής αγιότητας:
μη δούμε πως εκείνα τα κλειδιά τίποτε πια δεν ξεκλειδώνουν.


Come. We need you not only for the victory but after it,

especially after victory, when we board the ships, we who

survived it, to return, with Helen, ten years older, with

a different accent, different images in her eyes, hiding

her old age and expatriation behind long, gold-embroidered

peplums, hiding our expatriation too, our remorse,

our despair, and the great inescapable fear of questioning

why we went, why we fought, why and where do we return?

I think that most women, even the most beautiful, become

like mothers when they age, full of condescension and

bitter endurance, full of tenderness and motherly affection

that change into the hypothetically categorical justice

of unavoidable errors the necessary loss, the unavoidable

ten years. Then, women clasp the key of their belt with

both hands and with a simple gesture, as if under extreme

abdominal pain, beautiful women that have grown old,

mythical mothers, in an ultimate gesture of simple holiness:

so that we won’t realize that that key can never unlock

               anything anymore.

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

          Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις

λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-

στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που

ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη

χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω

απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε

μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-

βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα

πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή

είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-

μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί

εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω

απ’ την πόρτα του βάθους.

         Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ

εκείνη τη χαμένη ψυχή.

 THE NAILS

    Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:

how for example this incurable disease started on the opposite wall

or about that woman in the park whose body was nailed on the bench

and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths

like small buttons while her purse with her identity card floated down

the creek that we couldn’t find out anything about her and as I

went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they

had moved and only hay was left behind because they always had

the fear of comedown and there were moments when everyone

anticipated the inescapable and when the night fell serenely they

quietened down because the others weren’t going back and forth

in the hallway to look behind the far end door.

     For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that

lost soul.

To Koskino


ΟΝΕΙΡΟ

Καί είδα τό θλιβερό θεριστή νά δικάζει
καί τίς κακούργες λέξεις γεφύρι γιά τή λησμονιά
καί σάμπως νά ’μουνα εγώ ή λησμονιά καί οί λέξεις.

Καί ρίχνεις τότε τή ζωή σου σε κρεβάτι
καθώς εγώ κι εγώ παίρνω στά χέρια τό μπαλτά
καί τή ζωστήρα

γιά νά σκοτώσω, νά αφανίσω, λέει τά αισθήματα·
μ’ όλες εκείνες τίς γυναίκες πού μέ γέννησαν
προτού τίς άγαπήσω.

***

ΘΕΛΟΜΕΝ, ΠΡΑΤΤΟΜΕΝ

Βγαίνει γαλήνιος άπ’ τούς εξώστες καί παντοδύναμος,
πάνοπλος μέσα στους φρουρούς καί τά στρατεύματα,
(έξουσιάζει τά νησιά, τά πέλαγα, τά όνειρα)

έχει σκοτώσει τόν ψυχίατρό του
τόν καπετάνιο πού τόν έφερε
τή μητέρα του πού τόν ευχήθηκε
τόν άνθρωπο πού τόν οδήγησε
τή γυναίκα πού τόν φυγάδευσε
τήν πόρνη πού τόν χρηματοδότησε
τό σκυλί πού τόν γάβγισε
τούς πρίγκιπες πού τόν ύποδέχτηκαν,-

«πνεύμα καί θεραπεία» λέει «στάς ξένας άγοράς
έκάστου θέματος υποδομή τής άσφαλείας έπιχείρησις
έγχείρησις ασθενής τό πρότυπον τής έννοιας
αί…

View original post 91 more words

ΕΛΛΑΣ

Ο Ναός της Ήρας ή Ηραίο στην Ολυμπία, που κτίστηκε στη βορειοδυτική γωνία του ιερού χώρου της Άλτεως, στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, είναι από τους αρχαιότερους ναούς δωρικού ρυθμού που σώζονται στην Ελλάδα (χρονολογείται γύρω στα 600 π. Χ.).

View original post 489 more words