Archive for 05/01/2021

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

Posted: 05/01/2021 by vequinox in Literature

Χρέος


Όλα ήταν χαμένα. Είχε έρθει η ώρα του Χάρου
κι αφού είχε πεθάνει ο Θεός μας φυτέψαμε ένα γιακίνθι
στο γλαστράκι σαν να `τανε κι αυτό μια λύτρωση.
Εκείνος στεκόταν κοντά στο τζάκι κι αφού ανακάτεψε
τα κούτσουρα, είπε: ‘τίποτα δεν μπορείτε να προσφέρετε
στη μαραμένη ανεμώνη, σπρώξτε τουλάχιστον τ’ άδειο
καρότσι στην ανηφοριά ίσως μια μέρα βρει μ’ εσάς ή
και χωρίς το δρόμο προς το έρημο σπίτι’ κι έσκυψα
ν’ ανασηκώσω τον ξεπεσμένο εγωϊσμό μου, όλα είχαν
ξεκινήσει από τον παθιασμένο μας ναρκισσισμό όταν
στα φέρετρα σειρά παρατήρησα όλους τους νεκρούς
με αγωνία που περίμεναν την ώρα της ανάστασης.

Duty


It was all lost. It was the time of Hades and
since our God was dead we planted a hyacinth in
the pot and that, perhaps, was another act of redemption.
He stood by the fireplace and after He shifted the logs
He said: ‘nothing you can do for the wilted anemone
at least try to push your empty cart uphill perhaps one day
it may find its way back to the desolate house with you
or without’ and I bent down to pick my defeated ego,
it had all started because of our devout narcissism,
when laid in caskets I noticed all our dead who waited
for their resurrection.

Autumn Leaves, poetry by Manolis Aligizakis

Posted: 05/01/2021 by vequinox in Literature

ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Σήμερα υποσχέθηκες ποτέ

να μην εκπλαγείς όταν εκείνη

η άσχημη γυναίκα

σηκώσει το φουστάνι

και σου δείξει την καμπύλη της

μήτε όταν ο γείτονάς σου

που `ζησε τη ζωή του αχαμνά

σου δείξει την κατεύθυνση του ανέμου

ούτε κι όταν καθίσεις στη στάση

του λεωφορείου και παρατηρήσεις

πώς μερικοί στον πόνο αντιδρούν

σήμερα υποσχέθηκες τίποτα  

έκπληξη να μη σου κάνει

εκτός κι αν συναντήσεις

τη νεαρή μαθήτρια του κολλεγίου

που μένει πίσω απ’ το σπίτι σου

και που τυχαία βλέπεις

μέσ’ απ’ τις ανοιχτές κουρτίνες

να κάνει στο κρεβάτι της

υπέροχες κινήσεις κάτω απ’ την

επιρροή ολόγιομης σελήνης.

PROMISE

You promised not to be

surprised today when

the ugly woman

lifts her skirt and

shows you her garden

nor when the man next door

who lived his life stupidly

will show you the wind’s direction

nor when you sit at the bus stop

observing how people react

to pain, today, you promised

not to get surprised

unless you meet the young student

from the house behind yours

who you occasionally watch

through her open curtains

in her bed making heavenly moves

under the influence of the full moon

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

To Koskino

Από την Ευμορφία Καλύβα*

Προτρέπω όποιον πάρει στα χέρια του αυτό το βιβλίο να συνεχίσει ως το τέλος.

Η ανθρωπινότητα του λόγου του Γρηγόρη Σακαλή ξεδιπλώνεται αργά αργά ως την τελευταία του σελίδα.

Εύκολη, απλή, ρεαλιστική και βαθιά προβληματισμένη, σύγχρονη ποιητική γραφή.

«Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή από την Ευμορφία Καλύβα

Η ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή «Κραυγές στην έρημο», αποπνέει την αγωνία του για ό,τι βιώνει στο παρόν. Η αγωνία να κρατήσει ό,τι νοσταλγικό φέρνει από το παρελθόν, από τα νεανικά του χρόνια, τους αγώνες, τους φίλους, τη μάνα, τους αγαπημένους ήρωες των βιβλίων και της μουσικής που πότισαν την ουσία της ύπαρξής του, αφού η αλλοτρίωση τα άλλαξε όλα ακόμη και αυτά τα παλιά ιδανικά, που υπάρχουν πια ανάμεσα στον πλούτο την ευθυμία και την κατάπτωση των αλκοολούχων.

Ταξίδι

Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα

πήγα στη Ν. Υόρκη

στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν

έψαξα να βρω…

View original post 1,274 more words

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Ρόμ­περτ Μὰνς (RobertMans)

Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση…

View original post 823 more words