Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 28/12/2020 by vequinox in Literature


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Ίσως κι εσύ, μια ανάλογη στιγμή, σεβάσμιε φίλε, θ’ αποφάσισες
ν’ αποσυρθείς. Τότε, θαρρώ, θ’ αφέθηκες να σε δαγκώσει
το φίδι του βωμού. Γνώριζες, άλλωστε, πως μόνον
τα όπλα μας χρειάζονται, κι όχι τους ίδιους εμάς (όπως είπες).
Όμως εσύ είσαι τα όπλα σου, τα τίμια κερδισμένα
με τη δουλειά, τη φιλία και τη θυσία, δοσμένα απ’ το χέρι
εκείνου που στραγγάλισε την Επτακέφαλον, εκείνου που σκότωσε
τον φύλακα του Άδη. Και το ’δες
με τα ίδια σου τα μάτια· και το ’ζησες: κληρονομιά σου
και τέλειο όπλο σου. Αυτό νικάει μονάχα. Τώρα,
παρακαλώ σε να μου δείξεις τη χρήση. Η ώρα έφτασε.

Ίσως θα πούνε πως η νίκη είναι μονάχα δική μου, κι ίσως θα ξεχάσουν
τον κάτοχο και τον τεχνίτη· — αυτό κανένας δεν θα το ’θελε ·
μα τί σημαίνει αυτό για σένα; — εσύ θα κρατήσεις
την ύστατη νίκη, και τη μόνη (όπως είπες),
τη γνώση αυτή τη μελιχρή και τρομερή: πως δεν υπάρχει καμιά νίκη.

Εσύ μονάχος κρέμασες στο δέντρο το άδειο σου πουκάμισο
για να παραπλανήσεις τους περαστικούς, να πούνε: «πέθανε»·
κι εσύ κρυμμένος πίσω απ’ τους θάμνους, ακούγοντας
πως νεκρόν πια σε θεωρούσαν, να ζήσεις
σ’ όλο το μήκος της δικής σου αίσθησης· και τότε θα μπορούσες
να φορέσεις ξανά το πουκάμισο του εικονικού θανάτου σου
ώσπου να γίνεις (όπως έγινες) η μεγάλη σιωπή της ύπαρξής σου.

Perhaps you too, my good friend, would had decided, in the same

situation, to withdraw. At that time, I believe, you let yourself

be bitten by the serpent of the temple. You know, of course, that

they needed our weapons not us (as you said); however you are

your weapons, the honorably earned through steadfast work,

friendship and sacrifice, they were given to you by the hand that

choked the seven-head Hydra, the hands of the one who killed

the guardian of Hades. And you saw it with your own eyes, and

you experienced it: your heritage and your perfect weapon. That

alone gains victories. Now, please show me how to use them.

                 Time has come.

Perhaps they might say that victory was mine alone; perhaps

they might forget who was the owner of the weapons and who

forged them. No one would desire that; yet, what would that

mean for you? You, alone will gain the ultimate victory

(as you said) and the ultimate knowledge — the sweet

and horrible knowledge that victories don’t exist.

You and only you hanged your vacant shirt on the tree

to fool the passersby, who would say, he has died

and you, hidden behind the bushes and hearing that

you were considered dead, you experienced the fullness

of your sensibility; and then you could put on again

the shirt of your make-believe demise until you’d become

(as you have become) the great silence of your being.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s