Archive for 19/12/2020

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

      Νύχτωνε, και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι που δεν έπρεπε ακόμα να το μάθω,

      ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ

και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της

έκαψε τα φτερά, “από τότε στέκει εκεί και δε μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε

στα ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό.

      Και κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα.

 THE EMPTY COAT

      Night fell and in the old house only the shadows remained “aunt

Eudokia” I said to her “get serious, you are dead now” but she retained

the same awkward smile, like back then when she hid something that

I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders; he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers; she then buried

them in the closets that the hotel was always busy because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave — and I never felt it

when they pushed the knife in my body as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

ΗΦΑΙΣΤΟΣ

Ο Ήφαιστος γέλασε που του ζήτησα

καινούργια πανοπλία

και επανείλθα στην κληρονομιά μου

        μιας άλλης εποχής

        υποκείμενος απόηχος

εγώ ο αναμφισβήτητος κάτοχος

του Αιγαίου Πελάγους

αλήθεια τίποτα δεν ήταν

                          πιο αφηρημένο

                          παρά τα χείλη της παρθένας

       που φίλησα με του ήλιου μου τις οδηγίες

       όταν και χωρίς προειδοποίηση

       ήρθε η άνοιξη όσο αγνή

όσο κι η αδιάκριτη ανακοίνωση

για κατορθώματα που

                           μου μέλλονταν να κάνω

                           σταυρός που μου μέλλονταν

                           να κρεμάσω στο λαιμό

μοναχική ανεμώνη έγυρε

στο πλάι σαν να `θελε να νιώσει

την έννοια του καθήκοντος

        που έπρεπε άξιος ν’ αποδειχτώ

        αχινιοί

        μ’ αγκάθια

        τριανταφυλλιές

στην είσοδο του σπιτιού μου

αγαπημένες λέξεις που ειπώθηκαν

από χείλη ξερά και γηρασμένα

                          λεμονιά που ποτέ δεν πότισα

                          δάκρυα στο μαξιλάρι μου

                          που αγκάλιασα σφιχτά

κι ήλπισα να ξυπνήσω

σαν ξεμέθυστο λιακάδας νάζι

βουτηγμένο στην ποτίστρα των βοδιών                    

HEPHESTOS

Hephestos laughed at my request

for a new armour and

I reverted into my inheritance

          subject of a former sound

          another era’s reward

I the indisputable heir

of the Aegean Sea

truly nothing else

                              was as abstract

                              as the lips of the virgin

          I kissed under the guidance of my sun

          when without warning

          spring arrived as pure as

the indiscreet announcement

of deeds I was destined

                               to accomplish

                               a cross I was to hang

                               on my neck

the lone sea anemone leaned on

the side as if catching

the meaning of duty

         of which I had to be worthy

         sea urchins

         with spikes

         rose bushes

by the main entrance of my dwelling

beloved words spoken

by lips cracked and aged like

                                 the lemon tree I never watered

                                 tears on the pillow

                                 I held tightly

in my arms hoping

to wake up like a laughter of sunshine

in the cows’ watering trough

ΕΛΛΑΣ

Στο πρώην Καπνεργοστάσιο – Βιβλιοθήκη και Τυπογραφείο της Βουλής επί της οδού Λένορμαν, προετοιμάζει τη δημόσιά του παρέμβαση σύγχρονης τέχνης για το 2021 ο πολιτιστικός οργανισμός ΝΕΟΝ, σε συνεργασία με τη Βουλή των Ελλήνων.

View original post 762 more words

Cliff Palace and the Ancient Pueblo People

Posted: 19/12/2020 by vequinox in Literature

A R T L▼R K

61NHWUER8VL

On the 18th of December 1888, Richard Wetherill, explorer, guide and excavator to-be, along with his friend Charlie Mason, both cowboys from Mancos, found Cliff Palace in Mesa Verde after noticing the ruins from the top of the highland. Cliff Palace is the largest cliff dwelling in North America, its structure built by the Ancient Pueblo People, now taking pride of place in Mesa Verde National Park, their former homeland in southwestern Colorado, U.S.A. Ancestral Pueblo peoples were an ancient Native American culture established in the Four Corners area of the United States: S. Utah, NE. Arizona, N. New Mexico, and SW. Colorado. They lived in a range of structures, including pit houses, stone and adobe dwellings built along cliff walls, constructed with bricks created from sand, clay, and water, with some fibrous or organic material, shaped using frames and dried in the sun. These villages called pueblos…

View original post 589 more words

Παιδείας Εγκώμιον

Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικὴν Σχολήν, όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τα ξένας γλώσσας.

     Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.

View original post 800 more words