Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Posted: 08/12/2020 by vequinox in Literature




Ήρθαν μαντατοφόροι, φέραν μηνύματα,

κάνιστρα, γλάστρες, ανθοδέσμες, κιβώτια,

ένα τεράστιο ασημένιο κηροπήγιο. Ο άνεμος

έριχνε κάτω τα δέντρα της αυλής. Ο υπηρέτης

ψυχρός, παρελάμβανε τα δώρα, υποκλινόταν.

Η αίθουσα της υποδοχής ήταν κλειστή. Τίποτα

δεν ακουγόταν μες στο σπίτι — βήματα, τρίξιμο, ομιλία

ή χτύπος μαχαιριών και ποτηριών. Ωστόσο

είδα απ’ την τζαμαρία ξαπλωμένο τον Οικοδεσπότη

επάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, κι ένα αγόρι

του χτένιζε ήσυχα τη μακριά, μαύρη γενειάδα.



Messengers came, they brought news,

baskets, flowerpots, bouquets, boxes,

a huge silver candle holder. The wind

pushed down the trees of the yard. The cool

servant accepted the gifts; he bowed.

The receiving hall was closed. Nothing

was heard inside the house – footsteps, creaking, talk

nor clink of knives and glasses. However

I saw through the glass the Host lying down

on the marble table and a boy was slowly

combing his long, black beard.


View original post 13 more words

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s