Archive for 08/12/2020

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES

by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Κι ήταν σα μια ευτυχία η γνώση αυτή· — μια άφεση,
μια κατευναστική παραδοχή, μια αδρανής ευφροσύνη
απ’ την αφή του αιώνιου και του τίποτα. Λίγες στιγμές,
παρόλ’ αυτά, μπορούσα ακόμη να ’χω το προνόμιο:
να διακρίνω πίσω ή ανάμεσα από τις ασπίδες και τα δόρατα
ένα κομμάτι θάλασσα, λίγο λυκόφως, ένα ωραίο γόνατο,
και να μ’ αρέσει, —ναι, παρόλ’ αυτά·— μια ελάχιστη δικαίωση,
κι όλος ο φόβος, αναρίθμητος κι άγνωστος, διαλύονταν πέρα,
ένα βαθύ, ιλαρό σύννεφο στη μυθική απεραντοσύνη.

Θυμάμαι μια νύχτα, που πλέαμε με πανσέληνο. Το φεγγαρόφωτο
απόθετε μια εντάφια, χρυσή προσωπίδα σ’ όλα τα πρόσωπα·
οι στρατιώτες, μια στιγμή, σταθήκαν και κοιτάχτηκαν
σα να μη γνώριζε ο ένας τον άλλον ή σα να γνωρίζονταν
για πρώτη τους φορά· και, μεμιάς, όλοι στράφηκαν
και κοίταξαν ψηλά το φεγγάρι,
ακίνητοι όλοι, πάνω στο αεικίνητο πέλαγος,
σιωπηλοί, μαγεμένοι, σαν πεθαμένοι κιόλας κι αθάνατοι.

And this knowledge was a short of happiness, a letting go,

a calming agreement, an inept delight

from the touch of endlessness and nothingness. Yet,

I still managed to have the privilege, here and there,

to discern behind, or between the shields and the spears,

a piece of sea, a bit of a sundown, a well-shaped knee

and to like this — yes, despite all the rest — a scant

remission, and all the fear, countless and unknown, were

dispelled into the distance: a thick and playful cloud

               in the mythic infinity.  

I remember one night we sailed under the full moon.

The moonlight adorned all faces with a golden

               funereal mask.

The soldiers stopped momentarily and exchanged glances

as if they couldn’t recognize each other or as if they met

for the first time and at the same time they turned and

all together, they gazed the moon, motionless

on the ever moving sea, not speaking, enchanted,

as if already dead and immortal.

Manolis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ

Ήρθαν μαντατοφόροι, φέραν μηνύματα,

κάνιστρα, γλάστρες, ανθοδέσμες, κιβώτια,

ένα τεράστιο ασημένιο κηροπήγιο. Ο άνεμος

έριχνε κάτω τα δέντρα της αυλής. Ο υπηρέτης

ψυχρός, παρελάμβανε τα δώρα, υποκλινόταν.

Η αίθουσα της υποδοχής ήταν κλειστή. Τίποτα

δεν ακουγόταν μες στο σπίτι — βήματα, τρίξιμο, ομιλία

ή χτύπος μαχαιριών και ποτηριών. Ωστόσο

είδα απ’ την τζαμαρία ξαπλωμένο τον Οικοδεσπότη

επάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, κι ένα αγόρι

του χτένιζε ήσυχα τη μακριά, μαύρη γενειάδα.

 

UNANSWERED

Messengers came, they brought news,

baskets, flowerpots, bouquets, boxes,

a huge silver candle holder. The wind

pushed down the trees of the yard. The cool

servant accepted the gifts; he bowed.

The receiving hall was closed. Nothing

was heard inside the house – footsteps, creaking, talk

nor clink of knives and glasses. However

I saw through the glass the Host lying down

on the marble table and a boy was slowly

combing his long, black beard.

YANNIS…

View original post 13 more words

Manolis

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

GOODBYE

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if…

View original post 107 more words

Manolis

cover.jpg

ΕΠΟΧΗ

Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε

κι εμείς τη ζωή μας —

ώ, μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει

τον άλλο.

SEASON

Pages from a lost revolution that in its margins we also wrote

our lives —

oh, great incomprehensible season when suddenly one understands

the other.

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

View original post

The Departure

Posted: 08/12/2020 by vequinox in Literature