Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 13/11/2020 by vequinox in Literature


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Αυτοί που πλέναν τ’ άλογά τους άλλοτε στ’ ακροθαλάσσι ολόγυμνοι
κι αλείβανε τις χαίτες με λάδι ξανθό, λάμποντας όλοι
άνθρωποι κι άλογα σε μεγαλόφωτα πρωινά· αυτοί οι ίδιοι
που χόρευαν τα βράδια πάνω απ’ τις φωτιές κι αστράφτανε
τα γυμνά πέλματά τους ολοπόρφυρα, — τώρα ζαρώνουνε
ανάμεσα στα βράχια, χολώνουν, ντρέπονται, κρύβονται,
σα να ’χουν φταίξει, σα να τους έχουν όλοι φταίξει. Κι ίσως να φθονούν
τους νέους πολεμιστές για την ωραία ανυποψία τους, για την τόλμη τους,
για την ενθουσιαστική, αποστηθισμένη ευφράδειά τους, κι ίσως πιότερα απ’ όλα
για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα.

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και το ’δαν και το ’βλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, — διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κι η μικροπρέπεια όλων. Πώς να ’βαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.

Those who, naked at the seashore, used to wash their horses

and grease their manes with yellow oil, men and beasts equally

resplendent, in the brilliant mornings; those ones who danced

during the night over the campfires, with their bare soles

flashing coppery hues, they crouch now between the rocks,

they hide, sulk, feel ashamed as if they’ve done something wrong

as if someone else has done something wrong to them. Perhaps

they also grudge the new recruits, their lovely lack of suspicion,

their bravery, their enthusiastic and unassuming volubility

and even more so their thick and glossy hair accentuated

                by health and lust.

Yet those too set out to change the world with their charming

innocence and subdued vain gloriousness. They set out together

each of them individually and they saw and looked: each for

his own reason, his distinct ambition, under a single great idea,

a common purpose — transparent cover under which

the fragmented self of each of them became apparent,

the littleness and wretchedness of them all. How could you,

my friend, have brought order to this chaos? How could

you stand by them? Now I understand.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s