Posted: 11/11/2020 by vequinox in Literature


Τότε ήρθε η ώρα να προσευχηθούμε, άχρηστες

αλυσίδες που βλαστάρια πράσινα και νειάτα πάνω τους

θυσιάσαμε. Άδεια η πλατεία, στις βραγιές μερικοί σπίνοι,

μόνη απάντηση στις ερωτήσεις μας. Η λαιμαργία μερικών

κουμάντο έκανε στα σύμβολα μας, οπές ανοίγοντας

στα νεανικά μας όνειρα.

Μια μέρα όλο τον κόσμο θα αλλάξουμε.

Μια μέρα κάτι καλύτερο θα δημιουργήσουμε.

Της σκάλας τα σκαλοπάτια τρίξαν, σαν να περπάτησαν

πάνω της οι πεθαμένοι με βήματα βαρειά, βήματα γιομάτα

ενοχή που από αιώνες μέσα μας τη βάλαν οι εξυπνάκηδες.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο η λεύκα πάντα σιωπηλή,

μυριάδες τα πεσμένα φύλλα σαν στρατιώτες στην πρώτη

γραμμή κι εκείνος στάθηκε επάνω στο τραπέζι κι όλοι

καθαρά σαν μια καμπάνα τον ακούσαμε που δυνατά


~ Μου αρέσουν αυτοί που επιθυμούν την αυτοκαταστροφή τους.


Then came the hour we prayed, useless chains unto which

we sacrificed youth and vital tree shoots. The plaza vacant,

in the shrubs a few finches, the only answer to our questions.

Greediness of the selected few reigned over our symbols,

holes poked through our youthful dreams.

Someday we shall change the world.

Someday we shall create something better.

The steps of the stairs creaked as though from the heavy

steps of our dead, steps full of guilt smart people had placed

deep inside us from the ancient times. On the opposite sidewalk

the poplar always silent. Myriads of fallen leaves, soldiers

in the front line, while He stood on top of the table and

we heard Him as clear as a bell when He said.

~ I like those who choose their self-destruction.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s