Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 18/08/2020 by vequinox in Literature


Yannis Ritsos_cover4


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis


Οι μεγάλες ασπίδες, αφημένες στο χώμα,
άφηναν έναν ήχο αργό, μεταλλικό, καθώς χτυπούσαν πάνω τους
οι μακρινές αιχμές των άστρων. Μες στο κοίλωμά τους
πήζαν κρυμμένες εντολές στρατηγών. Πάνω απ’ τ’ αντίσκηνα
σπίθιζε το τεράστιο γυμνό ψαροκόκαλο του γαλαξία. Κι ήταν πάλι,
όπως τότε σχεδόν, στα παλιά καλοκαίρια, ένας φόβος
για κάποιον κλέφτη αόρατο, αόριστο, ή και για τους συνηθισμένους κλέφτες,
μην πηδήσουν στις κάμαρες απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα κι απ’ τα μπαλκόνια· —
δεν ξέραμε πριν να φυλαχτούμε, (ούτε τώρα) — αφαιρενόμαστε
με το ζουζούνισμα ενός κουνουπιού, με το βόμβο του φεγγαρόφωτου,
με τους αντίλαλους των αψίδων από λαθραία φιλήματα —
μια γυναίκα, εμπιστευμένη στην ερημιά, αποπατούσε γαλήνια στο χωράφι,
νιώθοντας στους γοφούς της τα έντονα τσιμπήματα των χόρτων και των άστρων.

Αυτή η συναίσθηση μιας αιώνιας κλοπής — μάλλον λεηλασία
βουβή, κρυφή και σταθερή. Και ξαφνικά η κουρτίνα της κρεβατοκάμαρας
έκανε τρία χορευτικά πηδήματα πάνω απ’ τη ζέστη
με πρόθεση ολοφάνερη να μεταθέσει την προσοχή μας
σε χρυσοκέντητα κράσπεδα μιας γυναικείας εσθήτας· κι ύστερα
ακινητούσε θαμπογάλανη στη νηνεμία, καλύπτοντας ένα άγαλμα,
ίσως της νύχτας από γρανίτη, ή της κλοπής από κόκκινη πέτρα, —
και πάλι εκείνο το παραπλανητικό πριόνισμα των γρύλλων
κι εκείνες οι καθησυχαστικές φωνές των βατράχων
ή ο ξερός κρότος απ’ το κυκλικό περπάτημα μιας κατσαρίδας μέσα σ’ ένα κράνος.

From the ground where they were left, the big shields

let a light, metallic echo to come forth as the faraway

pointing spears of the stars battered them. Commands

of generals hiding in their concavity. The gigantic, bare

fish-bone of the galaxy was sparkling over the tents. And

we felt again like those summers the fear of an invisible

or visible thief, or perhaps the customary thieves, who

might jump into our rooms from the balcony or through

the open windows; we didn’t know back then, not even now,

how to protect ourselves; we were distracted by the mosquito’s

buzz or the hum of the moonlight, with the echo of stolen

kisses under the archways — a woman, entrusted in seclusion,

relieved herself serenely in the field, feeling sharp pinches

on her buttocks from the stars and from the grass.


Oh, that sense of constant thievery, or better pillage,

silent, secret, and continuous pillage. And suddenly,

in the middle of the heat, the bedroom curtain would

take three dancing leaps over the heat, intending

to show us the gold-embroidered hems of a woman’s

gown; then it stopped still, pale blue in the dead calm,

and veiled a statue, one made of granite depicting

the Night or made of red stone and depicting

thievery —

then we heard again the enticing sawing of the crickets

and those calming calls of the frogs

or the sharp steps of a cockroach walking in circles

inside a helmet.




Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s