Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 17/07/2020 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos_cover4


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis


Ένα άλλο βράδυ —θυμάμαι— είχε βάλει τα χέρια της γύρω στη λυχνία
να προστατεύσει τη φλόγα απ’ τον άνεμο· τα χέρια της
έγιναν διάφανα, τριανταφυλλένια, σα δυο μεγάλα ροδοπέταλα —
ένα περίεργο άνθος, κι η φλόγα της λυχνίας
ένας απίθανος ύπερος. Τότε, είδα
τα κλειδιά της αφημένα στην πέτρινη σκάλα,
πλάι στα σακίδια και στα τόξα των κυνηγών· — κατάλαβα:
αυτά τα χέρια τίποτα δε θα μπορούσαν πια να ξεκλειδώσουν,
τόσο μοναχικά, τόσο περίβλεπτα, κλειδωμένα για πάντα
μέσα στην ίδια τους διαφάνεια. Όταν μιλούσε
ήταν σα ν’ αποσιωπούσε το κυριότερο· και τα χείλη της πρόβαιναν μόλις
μέσ’ απ’ τον ίσκιο που έριχναν τα μακριά της ματόκλαδα.

Θυμάμαι ακόμη κάποιο μεσημέρι: καθώς έπινε νερό απ’ τα δέντρα,
πρόσεξα πάλι τα χέρια της — πιο διάφανα
απ’ το ποτήρι που κρατούσε· η σκιά του ποτηριού της
έπεσε πάνω στο χορτάρι — ένας κύκλος φωτεινός, ανεπαίσθητος· τότε
μια μέλισσα κάθισε στο κέντρο του κύκλου, με τα φτερά της ελαφρά φωτισμένα,
σαν πολιορκημένη απ’ το συναίσθημα μιας ανεξήγητης ευτυχίας.
Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι, πριν κληθώ κι εγώ με τη σειρά μου.

I remember another evening when she had placed her hands

around the lamp to shield the flame from the wind; her hands

turned diaphanous, rosy, like two large rose petals,

a strange flower and the flame of the lamp a unique pistil. Then

I saw her keys left at the stone stairs next to the bags

and bows of the hunters — I understood: her hands couldn’t

unlock anything anymore, so lonely, so well cared

forever locked in their diaphaneity. When she spoke, it was

as if she withheld the most crucial point; her lips just visible

beyond the shadow of her long eyelashes.


I also remember one certain high noon when she was drinking

water under a tree I observed her hands — more diaphanous

than the glass she was holding; the shadow of her glass

fell on the grass — a lighted, imperceptible circle;

when a bee landed in the center of the circle, her wings

vaguely lighted, as if surrounded by the emotion

of an inexplicable happiness. This was the last summer

before it was my turn to be called too.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s