Archive for 13/07/2020

nostos and algos cover

Ζευγάρι Γερόντων


Στενόμακρο τραπεζάκι που

με δυσκολία στέκεται ακίνητο

τραπεζομάντηλο σαν

να το πέταξαν στο βάθος ποταμού

ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της

να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας

που οδηγεί στην ξενιτιά που ο γιός της ζει


ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος

και σκληρός σαν αμαρτία

αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί

τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς


κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα

το κρασί που τα τρεμάμενα του χέρια βάζουν

στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα


κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο

κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει

της μοναξιάς τους το μονόλογο


όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της

πάνωθε τους η κληματαριά γελά

σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του

αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος

κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια

που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα


Aφιερωμένο στους γονείς μου

που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’


Old Couple


Long and narrow rusted table

hardly stands motionless

bleached out tablecloth as though

thrown in debts of river for a long time

cloth faded like her eyes gazing the sea’s

agony that reaches the foreign land

where her son has vanished


shade of grapevine thick like a sin

and harsh like a thought pounding

her memory that light may be reborn


and he brings two plates

trembling hands pour wine in two glasses

small plate with olives, piece of feta


and the sigh expertly camouflaged by a smile

the lone cicada that insists to disturb

monologue of their loneliness


finally he sits next to her when

above them the grapevine laughs

as his calloused fingers touch

her wrinkled hand and the sun

somewhere higher than everybody

roars with laughter when the old man says

to her…you forgot to make the salad



“In memory of my parents

in their late years of life in the village”


NOSTOS AND ALGOS, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012