Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Posted: 07/07/2020 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos_cover4


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis


Κείνη την ώρα, οι άντρες, ιδρωμένοι, σκονισμένοι απ’ το κυνήγι,

με κάτι χνούδια αγκαθιών στα μαλλιά τους,
με λεκέδες απ’ τη γύρη των πεύκων στους ώμους τους,
είχαν μπει στους λουτρώνες, κι ακουγόταν ώς έξω
το πέσιμο του νερού κι η μυρωδιά του σαπουνιού, ανακατεμένη
με τα μύρα του κήπου —ζεσταμένο ρετσίνι, αρμπαρόριζα, δυόσμος, δεντρολίβανο—
δροσερές ευωδιές, βαθιανασαίνουσες. Κι ο κηπουρός ακουμπούσε
πάνω στον πέτρινο πάγκο το μεγάλο ποτιστήρι του, βρίσκοντας ευκαιρία
να πει μια ταπεινόφρονη, γελαστή «καλησπέρα» στη σεβάσμια δέσποινα
ανάμεσα σε ονόματα λουλουδιών, συνήθειες σπόρων, και κάτι
για αρρώστιες φύλλων και καρπών, για κάμπιες και έντομα.

Επάνω στους ευκάλυπτους, χιλιάδες πουλιά ξελαρυγγιάζονταν
δοξαστικά, παράφρονα, σάμπως διαλαλητάδες σ’ εμποροπανήγυρη· ενώ κάτω τους
οι υπηρέτριες μαδούσαν τ’ άλλα πουλιά. Κι ερχόταν το βράδυ
ήρεμο, αργό, τελεσίδικο, γεμάτο ανάλαφρα, πρασινόχρυσα πούπουλα
μ’ ένα αδιόρατο κόκκινο στίγμα στη ρίζα τους. Κάποτε,
είχε σταθεί ένα τέτοιο πούπουλο στα μαλλιά της μητέρας
και τη σκίαζε ολόκληρη. Εγώ, τότε, με τρόπο,
πλησιάζοντάς την μια στιγμή, της το αφαίρεσα· — δεν άντεχα
να βλέπω τη μητέρα σκιασμένη από ξένες αμαρτίες. Ένα μικρό επιφώνημα
της ξέφυγε άθελα σα να της έβγαλαν ένα μαχαίρι απ’ το στήθος.


At that time, the men, sweaty and dusty from the hunting

with some pieces of thorns in their hairs,

with stains from the pollen of pines on their shoulders,

were at the baths, and, from outside, you could hear

the water running and smell the fragrance of soap

mixed with the smell of flowers in the garden:

warm resin, geranium, mint, and myrrh, fresh smells

reaching deep in the lungs. And the gardener

would put his big watering can on the stony bench,

and he’d grab the chance to say his humble, joyous

good evening  to his reverent lady and to also mention

the names of flowers, caterpillars and insects,

the ways of the seeds, the diseases  of the leaves and fruits.


Thousands of songbirds on top of the eucalyptus strained their

vocal chords like loud vendors in the marketplace

while down below the servant girls were plucking the other birds.

Evening would come, slowly, serenely, finally, full of

light green fluff with an invisible red mark in their roots.

Once, a fluff like those got entangled in mother’s hair

and shadowed all her body. Then, I went close to her

and quite discretely I pull it out — I couldn’t bear seeing

my mother shadowed by the sins of others. Then she let

a light sigh of relief as if one pulled a knife off her breast.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s