Tasos Livaditis-Selected Poems Translated by Manolis Aligizakis

Posted: 29/06/2020 by vequinox in Literature

4416107

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ

Το μούτρο του Θωμά κάτω απ’ τις γάζες

θάναι κόκκινο και πρισμένο απ’ τις κοντακιές

μια μυρουδιά καπνού και ποδαρίλας

ο Ηλίας λέει: θ’ αλλάξει ο καιρός

ο Δημήτρης σωπαίνει

κι ο Νικόλας

παλεύει να βουλώσει τις τρύπες της σκηνής

μ’ ένα κομμάτι βρασμένη πατάτα.

Κάποιος βήχει. Κρυώνουμε.

Ακούγονται τα βήματα της σκοπιάς.

 

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα

μήπως ακούσουμε τη βροχή

να περπατάει με τα λυωμένα σου τσόκαρα

μήπως δούμε το χαμόγελό σου

να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ’ τη δίψα μας.

Μας ταϊζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς

μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να με αγαπάς

ίσως να μη γυρίσουμε — μα εσύ ν’ ανάψεις τη λάμπα, μάνα

θάρθουν άλλοι.

 

Τώρα θα μαζεύεις απ’ το σκοινί τ’ ασπρόρουχα της

ξενητειάς

θα ράβεις στις κάλτσες μας το μπάλωμα της έγνιας σου

ξέρεις, τα γάντια, μάνα, που μας έπλεξες δε θα τα

φορέσουμε

τα δώσαμε σ’έναν σύντροφο πούφευγε για στρατοδικείο

του δώσαμε ακόμα μια κονσέρβα κι’ ένα κομμάτι απ’ την

παλάμη μας

έδεσε στην άκρη το τσουβάλι μ’ ένα σπάγγο

έριξε το τσουβάλι στον ώμο

και τον είδαμε ν’ανηφορίζει

με τ’ αχαμνά του σκέλια ψαλιδίζοντας κομμάτια

απ’ τον αντικρινό ουρανό.

 

Κάθε πρωί μας μετράνε

καθε βράδυ μετράμε τα πιάτα μας και περισσεύουν

περισσεύει η πίκρα στα μάτια μας

 

MAN WITH THE DRUM

Thomas’s face covered by gauzes

probably red and swollen from the rifle butt hits;

smell of smoke and dirty feet.

Elias says: the weather will change

Dimitris is silent

and Nikolas

struggles to fill the holes of the tent

with a piece of boiled potato.

Someone coughs. We are cold.

The footsteps of the patrol are heard.

 

Tonight we decided to write a letter to you, mother;

perhaps we may hear the rain

dripping on your worn out clogs;

tperhaps we may see your smile

hanging from your chin over our thirst.

They feed us rotten potatoes: don’t worry;

they curse us and hit us: please love us;

perhaps we may never return—but you still light

the lamp, mother; others will return.

 

Now you gather the white cloths of exile from

the cloths-line;

you stitch the patch of your concern on our socks;

you know, mother, we never used the gloves

you knitted for us

we gave them to a comrade who was taken away

to be court marshalled;

we also gave him a can of food and a piece of

our palm;

he tied the edge of his sack with a string

he tossed the sack on his shoulder

and we saw him to climb the hill

with his thin legs scissoring the opposite

sky into pieces.

 

Each morning they take a count of us;

each evening we count the leftover plates

the leftover grief in our eyes

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s