Archive for 30/05/2020

Yannis Ritsos_cover4



Η εκλογή, θαρρώ, ακατόρθωτη — κι ανάμεσα σε τί; Θυμάμαι
όταν ήμουν παιδί· — απ’ τους ξενώνες του σπιτιού μας μ’ έφταναν
οι ωραίες, αρρενωπές φωνές των ξένων,
λίγο πριν απ’ τον ύπνο, την ώρα που θα γδύνονταν· — και, βέβαια,
κείνη την ώρα θα ξεχνούσαν σχέδια πολεμικά κι αγώνες και φιλοδοξίες,
σάρκινοι μες στη γύμνια τους, ερωτικοί κι αθώοι,
καθώς θ’ αγγίζαν, κατά λάθος ίσως, τα ίδια τους τα στήθη,
κι αργοπορούσαν στην άκρη της κλίνης μ’ ανοιχτά σκέλη,
ξεχνώντας μες στις ζεσταμένες φούχτες τους τα γόνατά τους,
ώσπου ν’ αποτελειώσουν μια μικρή, χαρούμενη ιστορία
διανθισμένη με τα γέλια τους και με των κρεβατιών το τρίξιμο.

Εγώ, τ’ άκουγα τότε απ’ το διάδρομο, καθώς, κρυφά, περιεργαζόμουνα
τα στίλβοντα σπαθιά και τις ασπίδες τους
ακουμπισμένες στον τοίχο, αντανακλώντας μυστικά το φεγγαρόφωτο
που ’πεφτε απ’ την τζαμόπορτα· — κι ένιωθα τόσο μόνος κι αμήχανος
σα να ’ταν κείνη τη στιγμή να διαλέξω για πάντα
ανάμεσα στο γέλιο τους και στα όπλα τους (που ήταν δικά τους και τα δυο). Φοβόμουνα κιόλας
μη σηκωθεί τη νύχτα ο πατέρας και με βρει στο διάδρομο
ν’ αγγίζω κείνα τα περίεργα όπλα — προπάντων
μην καταλάβει πως άκουσα το γέλιο τους, μην καταλάβει
το μυστικό μου δίλημμα. Καθόλου δεν πλησίαζα τους ξενώνες·
άκουγα μόνο τις φωνές των ξένων
σα να περνούσαν διαδοχικές στοές — μια στο σκοτάδι
και μια στο φως — συχνά πνιγμένες στους θορύβους
απ’ τις οπλές των αλόγων, έξω, στο προαύλιο· — κάποτε μάλιστα τρόμαξα
από ’ναν ίσκιο μεγάλο που ’πεσε μπρος στα πόδια μου, — ένα άλογο
στεκόταν στην τζαμόπορτα και κοίταζε μέσα
ισκιώνοντας τις σφυρήλατες παραστάσεις των ασπίδων.

I think the choice was unattainable; and choose between what?

I remember, as a child, hearing the loud voices of foreigners

coming from the guesthouses, just before they went to sleep,

the time they’d get undressed — and surely, at that time

they’d forget of battle plans, struggles and ambitions

sensual in their nakedness, erotic and innocent as they touched,

by chance, their own breasts and they lingered at the edge

of the bed with spread thighs letting their warmed up hands

between their knees until they’d finish the short, joyous tale

embellished by their laughter and the creaking of their beds.


And I listened to them from the hallway as I secretly examined

their shining swords and shields leaning against the wall

and vaguely reflecting the moonlight that flooded the room

as it entered through the glass door — and I felt so alone

and uncertain, as if this was the moment I, once and for all, had

to choose between their laughter and their weapons

(both belonged to them)

and I was afraid that my father would rise from his grave

and find me in the hallway touching those strange weapons,

especially if he’d understand that I’ve had heard their laughter,

my secret dilemma. I never got near the guest houses

I only heard the voices of the foreigners

as if they were coming through different stoas:

a dark stoa and a lighted one — often filled by the echo

of horse hooves, outside, in the courtyard — surely

once I got scared of a huge shadow of a horse  that appeared

in front of me, a horse that stood in the glass door and,

looking inside, it shadowed the forged images of the shields.