Yannis Ritsos-Poems, Selected books, Volume II//Translated by Manolis Aligizakis

Posted: 03/05/2020 by vequinox in Literature

Yannis Ritsos_cover4

Σεβάσμιε φίλε, ήμουν βέβαιος για τη βαθιά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροι
που κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχα
τη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα,
με τις δικές σας πληγές, με το δικό σας θάνατο,
γνωρίζουμε κι εμείς κι αναγνωρίζουμε, κι έχουμε, ναι, κι εμείς τις πληγές μας
σ’ άλλο σημείο τού σώματος — πληγές αθώρητες,
χωρίς το αντίβαρο της περηφάνιας και του αξιοσέβαστου αίματος
του χυμένου ορατά, σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.

Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε· — ποιός τους την ζήτησε;
Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας, πληρώνοντας
τα χρέη και τις υποθήκες άλλων. Μήτε καν προφτάσαμε
να δούμε μιαν αυγή ένα ήσυχο χέρι ν’ ανοίγει το παράθυρο απέναντι
και να κρεμάει απέξω, στην πρόκα του τοίχου, ένα κλουβί καναρίνια
με τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας.

Όλες οι ομιλίες των μεγάλων, για νεκρούς και για ήρωες.
Παράξενες λέξεις, τρομερές, μας κυνηγούσαν ώς μέσα στον ύπνο μας
περνώντας κάτω απ’ τις κλεισμένες πόρτες, απ’ την αίθουσα των συμποσίων
όπου άστραφταν ποτήρια και φωνές, κι ένας πέπλος
αόρατης χορεύτριας κυμάτιζε αθόρυβα
σαν ένα διάφανο, στροβιλιζόμενο χώρισμα
ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Αυτή η παλλόμενη
ρυθμική διαφάνεια του πέπλου, παρηγορούσε κάπως
τις παιδικές μας νύχτες, αραιώνοντας τις σκιές των ασπίδων
που γράφονταν στους άσπρους τοίχους με τ’ αργό φεγγαρόφωτο.

My venerable friend, I was certain you would understand.

We the younger generation who were called upon

at the last moment, as it was said, to reap the glory gained

by your struggles, your wounds, your deaths; yes,

we understand and we recognize, and we also have

our own wounds on different parts of the body, wounds

unseen not balanced by pride nor the venerable blood

visibly shed, in visible battles, in visible competitions.


But we could live without such glory — did we ever

ask for it? While we spent our time fulfilling the obligations

and debt of others we had no time for ourselves, no time

to enjoy the revered hand, to open the window shutter

on the other side at dawn, nor we saw that hand hanging

the cage of canaries from the nail on the wall with

the simplicity of an uncertain yet necessary gesture.


Our elders always talked of the dead and the heroes.

Strange words that haunted our sleep, horrible words

that slipped under closed doors, just out of the banquet

hall where voices and glasses flashed and the peplum

of an invisible dancer fluttered noiselessly

like a diaphanous divider whirling between

life and death. That vibrating rhythmical transparency

of the peplum, somehow consoled our childish nights

as it dispersed the shadows of the shields that were

depicted on the white walls by the lingering moonlight.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s