Archive for 01/05/2020

red eyes wolf_small

Ο ΛΥΚΟΣ

Η Βράτσα ήταν πολύ μακριά πίσω του όταν αργά το απόγευμα έφτασε στους πρόποδες των Βαλκανίων  Όρων. Τα πόδια του τον πονούσαν αφού περπάτησε βιαστικά όλο το απόγευμα αλλά δεν σταμάτησε καθόλου γνωρίζοντας ότι το κάθε βήμα που έκανε τον έφερνε πιο κοντά στον προορισμό του. Αυτή ήταν η μόνη σκέψη που τον ηρεμούσε και του ‘δινε δύναμη να συνεχίζει. Προς το τέλος της μέρας υπολόγισε ότι παρ’ όλο το επεισόδιο που του έτυχε στη Βράτσα κατάφερε και κάλυψε την απόσταση που είχε στο νου του για σήμερα. Είχε ακολουθήσει την εθνική οδό 15 που όπως υπολόγιζε το επόμενο βράδυ θα τον έφερνε στο χωριό Βότεβγκραντ περίπου 55 χιλιόμετρα νότια απ’ τη Βράτσα. Αλλά προς ώρας περπατούσε σε ένα ανηφορικό μέρος του δρόμου και σύντομα έπρεπε να βγει για να βρει κάπου να περάσει τη νύχτα του.

Βγήκε απ’ την εθνική κι ανέβηκε την πλαγιά περίπου εκατό μέτρα. Ο νους του πήγε στο υπόλοιπο μέρος της εθνικής που διασχίζει τα Βαλκάνια Όρη όπου θα περνούσε την επόμενη μέρα. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι μετά τα βουνά ο δρόμος πήγαινε κατά μήκος μιας κοιλάδας που θα τον οδηγούσε στον ποταμό Στρούμα κι αυτός θα τον έφερνε στα ελληνικά σύνορα. Ήταν ο ποταμός που στην Ελλάδα έχει το όνομα Στρυμόνας.

Σταμάτησε κι επισκόπησε τα δέντρα του δάσους που ήταν πανύψηλα μα όχι τόσο πυκνά. Βρίσκονταν σ’ ένα πλατό που ήταν ανοιχτό προς κάθε κατεύθυνση κι η ματιά του έφερε ένα γύρο στην περιοχή. Του φάνηκε καλό μέρος για να βρει κάπου να κοιμηθεί. Βημάτισε λίγο προς τη μια μεριά του πλατό κι ανακάλυψε ένα σημείο ανάμεσα σε δύο δέντρα κι ένα τεράστιο βράχο στην πέρα μεριά τους. Το σημείο αυτό ήταν σαν να τον καλωσόριζε, σαν να του `λεγε ότι θα ήταν ασφαλής να κοιμηθεί εκεί σ’ αυτή τη φωλιά. Τοποθέτησε το σακίδιο του στο βράχο και μάζεψε μερικά μικρά κλαδιά για να φτιάξει το κρεβάτι του. Έβαλε τον υπνόσακο του εκεί πάνω. Περπάτησε λίγο και βρήκε μερικά ξύλα για ν’ ανάψει μια φωτιά. Τοποθετήθηκαν κυκλικά μπροστά στα δύο δέντρα μερικές πέτρες κι έβαλε τα καυσόξυλα που με τη βοήθεια από λίγο χαρτί άναψαν.

Μερικά λεπτά αργότερα η φωτιά δυνάμωσε και καταβρόχθισε τα ξύλα δημιουργώντας μια μουσική υπόκρουση που συνόδευε τους ήχους του δάσους. Η σκέψη του έτρεξε στους γονείς του και στο δάσκαλο πίσω στην Κραϊόβα. Τί να έκαναν αυτή τη στιγμή άραγε; Η μητέρα του θα ετοίμαζε το βραδινό τους κι η ματιά της θα πετούσε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας προς τα νότια, εκεί που ταξίδευε ο γιος της. Ο πατέρας του θα είχε πλυθεί κι αλλάξει και θα καθόταν μαζί με το δάσκαλο στο καθιστικό. Ο νους του καθενός θα έτρεχε ολούθε δίχως να μπορούν να συγκεντρωθούν στα του σπιτιού τώρα που μείναν τρεις κι ο πιο μικρός ήταν μακριά στα χέρια του αγνώστου και του επικίνδυνου.

Ο ήχος των ξύλων που καίγονταν συνέχισε το όμορφο τραγούδι καθώς ο Περικλής άνοιξε το σακίδιο του και πήρε μια κονσέρβα ζαμπόν απ’ αυτές που είχε αγοράσει στη Βράτσα. Καθώς καταπιάστηκε να την ανοίξει άκουσε ένα ούρλιασμα που τον σταμάτησε απότομα. Κοίταξε γύρο του όπου έφτανε η ματιά. Από που ερχόταν αυτό το ούρλιασμα; Υπήρχαν άραγε τσακάλια στην περιοχή αυτή ή λύκοι; Ένιωσε μια ρίγη στη ραχοκοκαλιά του. Έβαλε άλλο ένα ξύλο στη φωτιά προσεκτικά να μην κάνει θόρυβο πιο πολύ απ’ όσο μπορούσε. Σηκώθηκε. Κοίταξε γύρο στο πλάτωμα που βρισκόταν. Ψυχή δεν υπήρχε, εκτός απ’ τα δέντρα που λυγούσαν στο αγέρα και ξαναίσιωναν αφήνοντας λεπτούς κλαυθμούς σαν μωρά παιδιά που `χουν βρέξει το εσώρουχο τους. Ξαφνικά ένιωσε κάποιον ανεξήγητο φόβο κι ο νους του του είπε να βρει ένα ξύλο για ν’ αμυνθεί. Βρήκε ένα σπασμένο κλαδί. Πήρε το μαχαίρι του και του `φτιαξε βιαστικά μια λαβή. Ήταν έτοιμος. Ξανάκουσε το ούρλιασμα, παράξενο ουρλιαχτό. Ένα κάθε φορά. Πόσο κοντά του άραγε να βρισκόταν το ζώο αυτό που ούρλιαζε;

Έκατσε με την πλάτη του προς τον τεράστιο βράχο ενώ τα μάτια του ερευνούσαν την περιοχή αλλά δεν διέκρινε καμιά κίνηση. Ήταν μόνος. Πάνω του ο μοναχός, ατέλειωτος ουρανός. Γύρω του ησυχία, τσιμουδιά, μήτε απόηχος κανείς, ερημιά, εγκατάλειψη, απουσία ζωής. Στην καρδιά του απέραντη καλοσύνη. Στο μυαλό του φόβος. Αδρεναλίνη κυλούσε στις φλέβες του. Ο παλμός του κάλπαζε. Στον εσωτερικό του κόσμο μια φλογερή ραψωδία, στο νου του ένας καλπασμός αλόγου σ’ έναν απέραντο κάμπο. Όλο του το είναι βρισκόταν σ’ επιφυλακή. Ξανάπιασε το κρητικό μαχαίρι. Το έθεσε δίπλα του. Έπιασε το ρόπαλο και περίμενε. Κι όμως τίποτα δεν τον έκανε να νιώσει άνετα. Ανασηκώθηκε με την πλάτη του στον τεράστιο βράχο. Έβαλε δυο ακόμα ξύλα στη φωτιά. Μερικά λεπτά κύλησαν αθόρυβα, λεπτά που έμοιαζαν αιώνες και τότε ξανάκουσε το ουρλιαχτό. Αυτή τη φορά ολοκάθαρα, αναμφίβολα ήταν ένα ζώο που ούρλιαζε. Έστησε τ’ αυτί του και τ’ άκουσε άλλη μια φορά και μάλιστα κοντύτερα του. Έκανε δύο βήματα μπροστά και ερεύνησε το χώρο με τη ματιά του. Το ουρλιαχτό έρχονταν απ’ τα δεξιά του. Αλλά δεν διέκρινε την παραμικρή κίνηση στο λυκόφως. Τίποτα δεν περπατούσε εκεί. Ξανάκατσε και έβαλε άλλο ένα ξύλο στη φωτιά που είχε φουντώσει και φώτισε το χώρο σχεδόν μέχρι πέρα στο τέλος του πλατώματος που είχε σταματήσει για τη βραδιά του. Ξαφνικά έπιασε μια κίνηση. Με το ένα χέρι άρπαξε το ρόπαλο . Με το άλλο έπιασε το μαχαίρι. Η καρδιά του έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί. Λύκος ήταν. Τον έβλεπε καλά τώρα. Ένα μοναχικός λύκος. Παράξενο. Γιατί ήξερε ο Περικλής ότι συνήθως κυνηγούσαν σε ομάδες κι εδώ δεν έβλεπε κανέναν άλλο λύκο. Στο μεταξύ ο μοναχικός λύκος πλησίαζε προς τον Περικλή και τη φωτιά. Κι όταν ήταν μόλις είκοσι μέτρα μακριά πρόσεξε ο Περικλής ότι ο λύκος κούτσαινε. Το δεξί πισινό του πόδι ήταν ανασηκωμένο απ’ το χώμα κι ο λύκος πηδούσε στα τρία του πόδια που ολοφάνερα έδειχνε ότι ήταν τραυματισμένος. Παρ’ όλα αυτά πλησίαζε λίγο-λίγο στο μέρος που στεκόταν ο Περικλής. Ένας μοναχικός, τραυματισμένος λύκος που η αγέλη τον ξεσκάρταρε, ένας μοναχικός λύκος που προσπαθούσε να βρει την τροφή του μόνος στο δάσος. Ίσως επειδή δεν μπορούσε να κυνηγήσει πια τον παράτησαν οι άλλοι λύκοι της αγέλης, σκάρτος λύκος, άχρηστος λύκος, μοναχικός λύκος, μόνος σαν και τον Περικλή. Πεινασμένος λύκος που έψαχνε για τροφή, μα τί τροφή;

Ο Περικλής έμεινε ακίνητος. Κρατούσε το ρόπαλο στο ένα χέρι και στο άλλο το κρητικό μαχαίρι κι ο λύκος τον πλησίαζε. Τότε με μια δόση αδρεναλίνης στις φλέβες του ο Περικλής τινάχτηκε δυο βήματα μπροστά προς το λύκο, σαν να `θελε να του επιτεθεί με τα χέρια του να χειρονομεί και να κραυγάζει σχεδόν το ίδιο που ούρλιαζε κι ο λύκος. Δυο άγρια ζώα στο δάσος έτοιμα να κατασπαράξουν το ένα τ’ άλλο. Και τότε ξαφνικά ένα ουρλιαχτό ακούστηκε να βγαίνει απ’ το στόμα του λύκου, μα τί παράξενο ούρλιασμα, σαν μια κραυγή αναγνώρισης ένα ούρλιασμα ζώου που πεινούσε, που ζητιάνευε την τροφή του. Τότε κατάλαβε ο Περικλής ότι πραγματικά ο λύκος πεινούσε και συνεπώς ο λύκος αυτός, ο τραυματισμένος, δεν απειλούσε καθόλου τον περαστικό αλλά ζητούσε κάτι να φάει. Ήταν απλό. Η πείνα ένωνε τα δυο άγρια θηρία με τον ίδιο τρόπο που ενώνει μια οικογένεια στο Κυριακάτικο τραπέζι.

Κύλησαν οι στιγμές βασανιστικά, νωχελικά δίχως φόβο, δίχως άγχος ή αγωνία. Όλα είχαν διευκρινιστεί κι η πείνα ήταν η βασίλισσα της στιγμής. Κοίταζαν στα μάτια ο ένας τον άλλο κι ο Περικλής οπισθοχώρησε δυο βήματα στην ασφάλεια της φωτιάς κι ο τραυματισμένος λύκος, μόλις έξι μέτρα μακριά, έκατσε στα πισινά του πόδια κοιτάζοντας τον Περικλή. Οπότε μια παράξενη σκέψη πέρασε απ’ το νου του ταξιδιώτη νέου και πιάνοντας την μισοανοιγμένη κονσέρβα στα χέρια του ξανά, την άνοιξε τελείως και βγάζοντας το κρέας απ’ την κονσέρβα το πέταξε προς τη μεριά που καθόταν το άγριο ζώο. Ο λύκος ξαφνιάστηκε απ’ την κίνηση του Περικλή και τινάχτηκε προς τα πάνω, μόνο για να ξανασταθεί ακίνητος και να μυρίζει το ζαμπόν που ήταν μόλις δυο μέτρα μπροστά του. Βημάτισε κουτσά-κουτσά προς την κονσέρβα, μύρισε το κρέας, το έγλυψε μια δυο φορές και μετά με τρεις καλές μπουκιές το έφαγε. Αμέσως μετά σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Περικλή σαν να ρωτούσε αν είχε κι άλλο λίγο ακόμα απ’ αυτό το μυρωδάτο φαγητό. Ο νέος κοίταξε το λύκο κι η έκπληξη του ήταν απλωμένη στο πρόσωπο του. Πήρε άλλη μια κονσέρβα απ’ τις τρεις που είχε αγοράσει απ’ το μπακάλικο στη Βράτσα, την άνοιξε, έβγαλε το κρέας απ’ την κονσέρβα και το πέταξε στο λύκο που τούτη τη φορά δεν ξαφνιάστηκε καθόλου, παρά σαν να περίμενε το κρέας, έκανε δυο βήματα και το καταβρόχθισε όπως και το πρώτο.

Όλα έδειχναν καλά. Το ένα άγριο θηρίο είχε χορτάσει και το άλλο ήξερε ότι το πρώτο δεν το απειλούσε πια. Πράγματι ο λύκος είχε απλωθεί με το κεφάλι πάνω στα μπροστινά του πόδια και κοίταζε προς τη μεριά του νέου. Μερικά λεπτά πέρασαν, τα μάτια του λύκου έκλεισαν όπως και του Περικλή που αποκοιμήθηκε. Σύντομα όμως τον ξύπνησε η ψύχρα της νύχτας όταν διαπίστωσε ότι η φωτιά του είχε σβήσει. Την ξανάναψε κι όταν η φωτιά φούντωσε ξανά διέκρινε ότι ο λύκος είχε αποκοιμηθεί για τα καλά αφού οι ήχοι της φωτιάς δεν τον ξυπνούσαν.

Ο αυγερινός σηκώθηκε στον ανατολικό ορίζοντα όταν σηκώθηκε ο Περικλής να συνεχίσει το ταξίδι του. Πρόσεξε ότι ο λύκος ήταν ακόμα κοιμισμένος στο ίδιο σημείο που τον άφησε χθες βράδυ. Ο Περικλής έπιασε μια μικρή πέτρα και την πέταξε προς το λύκο. Η πέτρα δεν τον χτύπησε αλλά έπεσε δίπλα στο κοιμισμένο ζώο που δεν πήρε καμιά είδηση απ’ το θόρυβο που έκανε η πέτρα. Έπιασε άλλη μια πέτρα ο Περικλής που τούτη τη φορά έπεσε δίπλα στο κεφάλι του άγριου ζώου. Τίποτα. Ο λύκος κοιμόταν του καλού καιρού. Πήρε τότε το ρόπαλο του ο Περικλής και σιμώνοντας αργά-αργά τον κοιμισμένο λύκο, τον άγγιξε με το ρόπαλο. Ο λύκος δεν κουνήθηκε σταλιά. Απλά ήταν εκεί ξαπλωμένος στο ένα πλάι του, ακίνητος σαν πεθαμένος. Ναι ο λύκος είχε πεθάνει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Κοίταζε ο Περικλής τον ψόφιο λύκο και σκεπτόταν τί να κάνει. Αυτό εξηγούσε και γιατί ήταν μόνος του. Η αγέλη του τον είχε ξεσκαρτάρει αφού δεν μπορούσε πια να βοηθήσει στο κυνήγι. Τον είχαν εγκαταλείψει να ψοφήσει από πείνα. Αυτός ήταν ο σκληρός νόμος της φύσης των λύκων, και γι’ αυτό το λόγο ο αδύνατος, μοναχικός, τραυματισμένος, πεινασμένος λύκος βρήκε κάτι τελικά να φάει πριν ψοφήσει. Είχε αφήσει την τελευταία του αναπνοή δίπλα στον Περικλή, όπως ακριβώς είχε πεθάνει κι ο παππούς του στην Κραϊόβα, όπως ακριβώς το είχε αποζητήσει ο γερο-κρητικός. Έτσι πέθανε κι ο λύκος δίπλα στον Περικλή.

Ερεύνησε τη φωτιά του και διαπίστωσε ότι υπήρχαν ακόμα μερικά αναμμένα κάρβουνα στη χόβολη. Ξέθαψε τη φωτιά του με μερικά ξύλα κι έβρασε λίγο νερό στο μικρό δοχείο που κουβαλούσε στο σακίδιο του. Έφτιαξε τσάι και βουτώντας ψωμί ήπιε το πρωινό του. Διερωτήθηκε τί να κάνει με τον ψόφιο λύκο. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Ο ήλιος είχε ανέβει στον ανατολικό ορίζοντα όταν αποφάσισε ο Περικλής να θάψει το λύκο. Τοποθέτησε το ρόπαλο του στη μια μεριά του λύκου κι ένα ακόμα κλαδί στην άλλη του μεριά κι άρχισε με πέτρες και κάλυψε όλο το νεκρό σώμα του λύκου. Τελικά έγινε ένα μικρό βουναλάκι που ήταν ο τάφος του άγριου ζώου. Ο νους του ταξίδεψε στη χούφτα χώμα που έριξε πάνω στο φέρετρο του παππού του όταν τον θάψανε. Ήταν ο αποχαιρετισμός του. Ένιωσε όμορφα. Χαμογέλασε.

Πριν φύγει, έσβησε καλά τη φωτιά του, έβαλε το σακίδιο στους ώμους του κι απομακρύνθηκε με συντροφιά το πλατύ χαμόγελο που στόλιζε το πρόσωπο του.

 

 

Κριτική Χρύσας Νικολάκη

Με απόλυτη ευαισθησία και φρόνηση ο συγγραφέας Μανωλης Αλυγιζάκης ξεδιπλώνει ευρηματικά το ταλέντο και τη φαντασία του στο συναπάντημα ανθρώπου και λύκου. Ο λύκος , στην λογοτεχνία, σύμβολο δύναμης και φόβου εδω ταπεινώνεται μπροστά στο θεριο του ανθρωπου. Κουτσος,  μοναχικός , πεινασμένος ξεγυμνώνει το φόβο του μπροστά στον άνθρωπο που μόλις συνειδητοποιει ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την επιβίωση του, τον περιθάλπει και τον φροντίζει. Ο άντρας ταυτίζεται με το θεριό, γίνεται προστάτης του και το συμπονά. Στο τέλος τον κηδεύει και τον αποχαιρετά σαν να `ναι άνθρωπος. Το μεγαλο μηνυμα στο διηγημα είναι η άπειρη αγάπη που ελλοχεύει στην ανθρώπινη ψυχή , η οποία αν απεκδυθεί το σκέπαστρο του φόβου εναρμονιζεται με το θειο. Ο άνθρωπος, ιερή εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού, οφείλει  ως ιερεύς της Φύσης(οπως ειπε ο Αρχιμανδριτης Ζηζιουλας) να φροντίζει την πλάση και τα έμβια όντα ως σε αυτόν. Μόνο τότε μπορει να δει το αληθινο του πρόσωπο και να φτάσει στην αληθινή Αριστοτελική Ευδαιμονία. Ο αντρας , πορεύεται στο τέλος στο φως με χαμόγελο γνωρίζοντας ότι επιτέλεσε το καθήκον του, αγκαλιάζει με τρυφερότητα τον εαυτό του αφού κατόρθωσε να ανταποκριθεί στον πιο ιερο ρόλο που του ανατέθηκε απο τον Ύψιστο, την Αγάπη.

 

Κριτική Χρύσας Νικολάκη