Archive for 25/03/2020

Yannis Ritsos_cover4

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ (1960)
Με τρόμαζε κι αυτό, ίσως πιότερο
κι απ’ το βουνό, σα να ’ταν κάτι να μας πάρουν
ή κάτι να μας φέρουν κι είμαστε απροετοίμαστοι —
γι’ αυτό σου ’λεγα τότε ν’ ανάψεις τις λάμπες
να λήξει αυτή η αναμονή κι η αβεβαιότητα
να μείνει ολόκληρη η απόφαση της νύχτας
και το επικυρωμένο, το παραδεγμένο βάρος της
μαζί με την αιώνια προαίσθηση πως μετά τα μεσάνυχτα
δώδεκα προσωπιδοφόροι θ’ αποκεφαλίζανε
τα δυο πέτρινα λιοντάρια της πύλης, — όπως κι έγινε.

Αν έμενα κάποιες φορές ώς αργά στο προαύλιο,
δεν ήταν για να υποδεχτώ τη φίλη μου τη νύχτα (γιατί φίλη μου;)
να μου δανείσει το σκοτεινό της ένδυμα, να μ’ εξοικειώσει
μ’ αυτό το μόνιμο φόρεμα του πένθους, άβγαλτο από πάνω μου
απ’ τα δέκα μου χρόνια, σα να ’ταν το πετσί μου, — όχι,
ήταν να δω τις τελευταίες ανταύγειες του ηλιογέρματος
στα τζάμια των σπιτιών, κάτω στον κάμπο,
σαν σινιάλα φωτιάς άγρυπνων, μυστικών φυλάκων
από λόφο σε λόφο, από προάστιο σε προάστιο,
για κάτι άλλο επιτέλους· ώσπου ν’ ανάψουν τ’ άστρα και τα φώτα
πίσω απ’ τα παράθυρα, κι όλη η ρευστότητα του απόβραδου
να γίνει ένα μπράτσο ορισμένο, ένα μπράτσο κατάστικτο, — το μπράτσο
ενός φυλακισμένου που δεν είναι παρά φυλακισμένος.

UNDER THE SHADOW OF THE MOUNTAIN (1960)

 

This perhaps scared me more than the mountain,

as if we were unprepared for something they’d

take from us or something they’d bring to us —

for this reason I told you to light the lamps

so that this anticipation and uncertainty end

so that the decision of the night remains whole

and its reaffirmed and accepted heaviness

along with the primeval premonition that at midnight

twelve masked men would decapitate the two stone

lions of the gate — and it happened.

 

When I stayed in the courtyard late in the evening

it wasn’t to welcome my friend the night (why my friend?)

to lent me its dark dress, to familiarize me with that

permanent grieving garment, which I never took off

for the last ten years — no, it was because I wanted

to see the last gleams of the sundown

on the window panes of the houses and down over

the plain; gleams like fiery signals of secret guards

in vigil, from hill to hill, from suburb to suburb, and

for something else; until the stars and lights behind

the windows are turned on, and all the twilight fluidity

becomes the defined arm, tattooed — the arm

of a convict who is nothing but a convict.

 

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΑΡΧΑΙΟΘΕΜΑ, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βανκούβερ, 2020

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II, Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.com