Archive for 20/03/2020

Yannis Ritsos_cover4

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ (1960)

…μόνο το υδραγωγείο, σκαμμένο μέσα στο βουνό,
είχε μια κάποιαν ανεξαρτησία, μια φωνή δική του,
σαν έντερο τεράστιο, μαλακό, που τρυπούσε την πέτρα
και λειτουργούσε μόνο του με το νερό, με σκοπό και με θέληση
κάπου να πάει, κάτι να κάνει, αψηφώντας
το βουνό και τον ίσκιο του βουνού.
Στα παιδικά μου χρόνια,
τις νύχτες, στο κρεβάτι, όταν σβήναν οι λυχνίες
κι η κάπνα γαλάνιζε μες στο σκοτάδι, πριν απ’ τον ύπνο,
άκουγα το πελώριο πέλμα του βουνού να σηκώνεται
για να πατήσει μες στην κάμαρα, και τότε
αυτό το υδραγωγείο σκεφτόμουνα για να πάρω κουράγιο,
αυτό μονάχα με υπεράσπιζε·
και μια μικρή αντιφεγγιά στο ασημένιο καντηλέρι
ήταν σαν ένα χέρι λιγνό που ’χε επιζήσει απ’ τον ίσκιο του βουνού,
ένα χέρι που κρατούσε κι εμένα στην επιφάνεια
κι έτσι μπορούσα κάπως να κοιμηθώ, ξέροντας
πως πάνω μου υπάρχει ένα άνοιγμα ή ένας μικρός γάντζος
απ’ όπου, το πρωί, θα μπορούσα να πιαστώ, να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.

Απ’ την άλλη μεριά του σπιτιού
ήταν ο μέγας κάμπος ανοιχτός (λέω: ήταν,
σα να μην είναι πια το σπίτι μας, σαν να μην είμαστε)·
όμως κι εκεί σκοτείνιαζε μεμιάς μέσα στο δείλι
κι ήταν αόριστη η έκταση, επίβουλη η θέα, —
μόνο ένα σύννεφο, κάποτε, τρυφερό, βιολετί,
αρμένιζε μοναχικό μες στο θολό ουρανό, πάνω απ’ την κατασκότεινη πεδιάδα,
σαν ένας μικρός, ξεριζωμένος κήπος
ή σα μια διάφανη τριήρης μετέωρη
από κάποιον αντικατοπτρισμό μακρινής, αόρατης θάλασσας
φωτισμένης από μέσα έτσι που να προβάλλονται
οι ρόδινες σκιές των πλεούμενων στον αέρα του λυκόφωτος.

UNDER THE SHADOW OF THE MOUNTAIN (1960)

 

…only the water reservoir, dug into the mountain, has

a certain independence, its own voice, like a gigantic,

soft intestine, that pierced the rock and reached the water

alone, wanting and wishing to reach somewhere, to do

something, ignoring the mountain and its shadow.

When I was a child, during the night, in bed,

after the lamps were turned off and light-blue smoke

flooded the space, before I’d fall asleep, I listened to

the enormous step of the mountain rising, ready to

walk into the room, and then, I could think

of that water reservoir and take courage, it was

my only defender; and a light moon glow that fell

silver candelabra like a thin arm that survived under

the mountain shadow, a hand that held me up

on the surface too and I could somehow go to sleep

knowing that there was an opening over me or

a small hook which I could grab in the morning

and rise from my bed.

 

There was a huge, open plain on the other

side of the house — (I’m saying there was as if our

house doesn’t exist anymore, as if we don’t exist)

however it was getting abruptly dork even there too

and the expanse was vague and the view treacherous;

only a cloud, sometimes, tender, violet color

travelled alone under the gray sky, over the pitch dark

plain, like a small, uprooted garden or a floating

diaphanous trireme in the reflection of a far away

invisible sea, lighted from within, so that the rosy

reflections of ships were projected in the twilight air.

 

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΑΡΧΑΙΟΘΕΜΑ, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βανκούβερ, 2020

 

http://www.libroslibertad.com