Archive for 24/11/2017

Manolis

Ritsos_front large

Εδώ, όσο σιγά κι άν περπατήσω μές στήν άχνα τής βραδιάς,

Είτε μέ τίς παντούφλες, είτε ξυπόλητη,

κάτι θά τρίζει, — ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, — δέν είναι δικά μου.

Έξω, στό δρόμο μπορεί νά μήν ακούγονται τούα τά βήματα, —

η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, —

κι άν κάνεις νά κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στόν άλλο καθρέφτη,

πίσω απ’ τή σκόνη καί τίς ραγισματιές,

διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό προσωπό σου,

τό πρόσωπό σου πού άλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά το κρατήσεις

     καθάριο κι αδιαίρετο.

Τά χείλη τού ποτηριού γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο

σάν κυκλικό ξυράφι — πώς νά τό φέρω στά χείλη μου;

όσο κι άν διψώ, — πώς νά τό φέρω; — Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις —αυτό μού απόμεινε,

αυτό μέ βεβαιώνει ακόμη πως δέ λείπω.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Here no matter how…

View original post 174 more words

Manolis

Ritsos_front large

ΕΛΕΝΗ

Δέ θάθελες νά σημάνω τό κουδούνι, νά σού φέρουν κάτι; — λίγο βύσ-

         σινο

ή λίγο νεραντζάκι, —  ίσως νά μένει κάτι στά μεγάλα βάζα

ζαχαρωμένο πιά, πηγμένο — άν βέβαια, κάτι έχουν αφήσει

οι λαίμαργες δούλες. Τά τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη

μέ τά γλυκίσματα — τί άλλο νά κάνεις;

                            Ύστερα απ’ τήν Τροία, — η ζωή μας στή Σπάρτη

πολύ πληχτική — σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μές στά

          σπίτια,

ανάμεσα στά στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων, κι οι μνήμες,

ξέθωρες κ’ ενοχλητικές, νά σέρνονται ξωπίσω σου, μές στόν καθρέ-

          φτη

όταν χτενίζεις τά μαλλιά σου, ή μέσα στήν κουζίνα, νά προβαίνουν

μές απ’ τούς λιπαρούς ατμούς τής χύτρας και ν’ ακούς μέ τό νερό

          πού κοχλάζει

κάτι δακτυλικούς εξάμετρους από κείνη τήν Τρίτη Ραψωδία

ενώ ένα πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ τό κοττέ-

          τσι τού γειτόνου.

Τήν ξέρεις δά τή μονότονη…

View original post 317 more words

Manolis

ritsos front cover

November 17th

 

Unbearable silence riddled by the bullets, bitter city

blood, fire, the fallen door, smoke, vinegar

who can say: I’m waiting from deep inside the black?

Young ropewalkers with oversize shoes, with a patch of fire on their foreheads,

red wire, red bird and the lone dog in the blockaded suburbs

while the most pale dawn appears behind the smoked up statues

and you can still hear the last cry fading in the streets

over the tanks, amid the random gunshots.

Then how can you sleep? Then how can you sleep?

 

-Diary of a Week

 

17 Νοεμβρίου


Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ’ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει…

View original post 53 more words

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Frederico de Brito & Ferrer Trindade, Canção do Mar (με την Dulce Pontes)

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Θάλασσα και ψυχή

Θάλασσα με τα μοναχικά και λυπημένα
Πλοία, ψυχές νεκρών που ταξιδεύουν.
Θάλασσα και ψυχή και ταραγμένη αγάπη,
Νερά μας παίρνουν, άνεμοι μας παν.
Άπληστη, ακατάτμητη και μοιρασμένη,
Σ’ ωκεανό, σε πέλαο, σε κοχύλι.
Άπειρη και κατάστενη σε μια σκαμμένη πέτρα.
Και ουρανέ, σαν άλλη θάλασσα πάνω στη θάλασσα,
Γαλάζιο αίμα και φτερό, γαλάζιο ψάρι.
Ερωτική βροχή, ουράνια δίψα,
Έρωτα, πιο έρωτα, που τίποτα δε σε χορταίνει.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post