Yiannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Posted: August 10, 2017 by vequinox in Literature

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

VII

Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλὴ που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Εδώ χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιὰ παρατημένο το κίτρινο πουκάμισο της.
Εδώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλὲς πολεμίστρες,
στην ίδια ελιὰ το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ᾿ η φωνὴ του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει απὸ πίσω σα σκυλὶ αμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μία σιγαλιὰ απὸ αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού
μία νύστα απὸ νερὸ που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανὰ κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτὸ μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλὰ πίσω απὸ το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Άη-Γιαννιού του Νηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιὰ του σπουργιτιού σ᾿ ένα πλατὺ φύλλο μουριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνὸ ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιὲς σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπὶ που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Ελλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Η φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Και το σπερδούκλι του νησιού κ᾿ η κάπαρη.
Το αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ απὸ μαύρο γυαλὶ κι απὸ άσπρο άνεμο
στρογγυλὴ σαν τα παλιὰ πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπα τους με παγωμένα δάχτυλα να βρει το γιο του
απ᾿ ταν κοψιὰ του σαγονιού κι απ᾿ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Κουρντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοὶ ανάμεσα στα στρατιωτικὰ κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ᾿ ουρανού ανάμεσα απὸ τα καλοκαιριάτικα άστρα
τότε μπορεί να βρούμε τ᾿ όνομα τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπώ.
Τότε. Μα πάλι αυτὰ τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολὺ μακρινά.
Είναι λιγάκι σαν πολὺ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρὴ καλογνωμιὰ του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατὶ αυτὸς έχει γνωρίσει το θάνατο
κ᾿ έχει γνωρίσει τη ζωὴ πριν απ᾿ τη ζωὴ και πάνου απὸ το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. Κ᾿ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινὸς είναι ο πιο κοντινὸς στην καρδιὰ του Θεού.
Και την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμὸ με κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ᾿ τα κάγκελα του μπαλκονιού, μπορεί να κλάψει απὸ τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει απὸ τη σιγουριὰ των δέντρων και των άστρων και των ἀδελφών.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

VII

 

The house the road the cactus pear tree the sun peels in the yard pecked

by the chickens.

We know them. They know us, here on the ground amid blackberry bushes

the tree snake has abandoned its yellow skin.

On this ground is the shack of ants and the tower of wasps with its many embrasures

on the same olive tree the shell of last year’s cicada and the voice of this year’s cicada

in the bulrushes your shadow follows you like a tormented silent dog

a loyal dog – at noon he sits next to your earthen sleep sniffing the laurels

in the evening he coils himself by your legs staring at one star.

 

This is a silence of pears multiplying between the legs of summer

a sleepiness of water that always gapes amid the roots of the carob tree

spring has seven orphans sleeping in her apron a half-alive eagle in her eyes

and there up high behind the pine forest the lonely chapel of St. John the Abstinent

like a sparrow’s white dropping on a flat mulberry leaf drying out in the sweltering heat.

 

This shepherd wrapped up in his sheepskin has a dry river in each hair of his body

has a forest of oak trees in every hole of his flute and his cane has the same knobs

with the oar that first dove in the blue of Hellespont

 

You don’t need to remember. The plane tree’s vein

has your blood as have the island asphodel and the caper

The silent water well rises up from depths to high noon

a round voice made of black glass and white wind

a round voice like the old storage jars – the same ancient voice

and the sky washing away the rocks and our eyes with indigo.

Every night in the fields the moon turns the great dead on their backs

searching their faces with rough frozen fingers

to locate a son from the chin’s shape and from the stony eyebrows

she searches their pockets. She will always find something.

We always find something: a locket with a piece of the holy cross,

one tattered cigarette, one key one letter a watch stopped

at seven o’clock.

We wind up the watch again. The hours walk.

 

Day after tomorrow after their clothes rot away and they remain naked amid their army

buttons, like pieces of sky remaining among summer stars

like the river stays among the fragrant laurels

like the path goes among the lemon trees early in the spring

then we shall perhaps find their names and we shall perhaps cry out: I love

But, then again these things are a bit too remote

and a bit too close like when you grab a hand in the darkness and say good evening

with the bitter attitude of the exiled returning to his paternal home

where not even his family recognize him because he has met death

because he has met life before life and beyond death

and he knows them. He’s not bitter. Tomorrow he says.

And he is certain that the longest road is the road closer to the heart of God

And now is the time when the moon kisses him sorrowfully close to his ear

the seaweed the flowerpot the stool and the stone ladder say good evening to him

and the mountains the seas and cities and the sky say good evening to him

And then finally shaking the ash off his cigarette over the iron railing

he may cry because of his assurance

he may cry because of the assurance of the trees and the stars and his brothers

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s