Archive for 02/08/2017

ΕΛΛΑΣ

Εκατομμύρια χρόνια πριν, όταν η δυτική Κρήτη ήταν ενωμένη με την Πελοπόννησο, σαρκοφάγα σε μέγεθος όσο μια σημερινή λεοπάρδαλη, ζούσαν στο χώρο αφήνοντας το «στίγμα» τους παντού.

Ένα τέτοιο αποτύπωμα, μίααπολιθωμένη πατημασιά σαρκοφάγου, ηλικίας 7 εκατομμυρίων ετών, βρέθηκε πέρσι στην Κρήτη και τα αποτελέσματα της μελέτης της θα δημοσιοποιηθούν για πρώτη φορά στο 19ο Συνέδριο της Καρπαθο-Βαλκανικής Γεωλογικής Ένωσης που ξεκίνησε χθές στη Θεσσαλονίκη και θα διαρκέσει τέσσερις μέρες.

«Πρόκειται για τη μοναδική πατημασιά σαρκοφάγου τέτοιας ηλικίας που έχει βρεθεί στον ελλαδικό χώρο», ανακοίνωσε, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λέκτορας Παλαιοντολογίας στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών Γιώργος Ηλιόπουλος, ο οποίος μελέτησε το εύρημα που βρέθηκε στο χωριό Γούβες του νομού Χανίων.

View original post 332 more words

Advertisements

Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.

Κάιρο, 20 Ιουνίου ’42

Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β’ (1944) του Γιώργου Σεφέρη

 

An Old Man On the River Bank

For Nani Panagiotopoulos

 

And yet we have to consider how to proceed.
To feel is not enough, nor to think, nor to move
nor to risk your body in the ancient embrasure,
when the boiling oil and molten lead groove
the walls.
And yet we have to consider to what direction we go ahead
not the way our pain desires it and our hungry children
and the chasm of our comrades’ call from
the opposite shore
not even the darkened light whispers it in the improvised
hospital,
the pharmaceutical shine on the young man operated on
at noon
but in some other way perhaps I mean to say that
the long river that emerges from the great lakes enclosed
deep in Africa
and at sometime it was god and then it turned into road and
benefactor and judge and delta
that is never the same as the wise old people taught
and yet it always remains the same body, the same bed and
the same Point,
the same orientation.
I don’t want anything else but to speak simply, let this
grace be granted to me.
Because even our song we’ve loaded with so much music
that it slowly sinks
and our art we’ve decorated so much that its features
are eaten by the gold
and it is time that we say our few words because tomorrow
our soul sails away.
If pain is human, we are not human just to suffer pain
that’s why I contemplate so much these days about
the great river

this image that goes forward between herbs and verdure
and beasts that graze and drink and people who sow
and harvest
and even in great tombs and small plots of the dead.
This current that leads its way and that is not at all
different from the blood of men
and from the eyes of men when they stare straight ahead
without any fear in their hearts
without the everyday shiver about the little things or even
the great ones
when they stare straight ahead like the wayfarer who is used
to find his way guided by the stars
not like us, the other day, looking at the enclosed orchard
of a sleepy Arabic house
behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing
larger and smaller
changing as we looked at it; we changed the shape of
our desire and our hearts
at high noon, us the patient dough of a world
that pushes us away and kneads us,
caught in the ornamented nets of life that was right and
then it turned into dust and sank in the sand
leaving behind it only that indecipherable dizzying sway
of a tall palm tree.

 

Cairo, 20 June ‘42

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο…

View original post 298 more words