Archive for 22/07/2017

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος, Ένα μεσημέρι / finale πρώτου μέρους (ορχηστρικό)

Μπουζούκι:Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Δίσκος:Ένα μεσημέρι (1966)

View original post

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Guest Blog: The State of Victorian Studies

Posted: 22/07/2017 by vequinox in Literature

Interesting Literature

By Professor Regenia Gagnier, University of Exeter

Note: This paper was presented at the State of the Field Plenary panel that opened the joint AVSA/BAVS/NAVSA (Australasian Victorian Studies Association; British Association for Victorian Studies; North American Victorian Studies Association) international conference ‘The Global and the Local’ at the Ca’Foscari University of Venice and Venice International University June 3-6 2013. The reference to the special issue of Critical Quarterly edited and introduced by Gagnier is Gagnier, R., Ed. The State, or Statelessness, of Victorian Studies. Critical Quarterly, 55 (April 2013) ‘Introduction: Victorian studies, world literatures, and globalisation,’ pp. 1-8. Gagnier was President of BAVS 2009-2012.

In the special issue of Critical Quarterly on ‘The State, or Statelessness, of Victorian Studies’ that Dino Felluga (Chair of NAVSA) has circulated to the Professionalization Workshop, we included essays on Digital Humanities and Higher Education; Neo-Victorian literature, politics, and architecture; post-Darwinian biology and genomics…

View original post 2,004 more words

Μαδριγάλι

Posted: 22/07/2017 by vequinox in Literature

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Στο μισοσκόταδο γυμνό

το στρογγυλό κορμί σου
εσένα ελένη ιουδήθ
άννα μαρία περσεφόνη
σύλβια ή καλυψώ
να θέλω για τιμόνι
γυμνό λευκό κορμί
με φουντωτό γλυπτό μουνί
σαν ευωδάτο κρίνο

ξαπλώνω δίπλα σου και
τραγουδώ τον ύμνο
του έρωτός μας
τέλεια έτσι και ζεστά
μ’ αυτό το μαδριγάλι
πλοίο που χάθηκε
νωρίς σε ρώτα μεθυσμένη
είναι η ανάμνηση σου που κρατώ
το κάθε μου ακρογιάλι

Στρατής Φάβρος

Ανέκδοτη συλλογή Αφροδίτες

cf87cf89cf81ceafcf82-cf84ceafcf84cebbcebf.jpg

View original post

dimart

 —του Γιώργου Τσακνιά—

Tα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από ό,τι νομίζουμε. Έμπειροι γονείς μάς το λένε, το διαβάζουμε σε βιβλία και άρθρα, το λέει κι ο Σαββόπουλος: «Έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα» — κι ωστόσο, δεν παύουν να μας εκπλήσσουν. Ή, για να χρησιμοποιήσω μια άλλη έκφραση, ιδιαίτερα ταιριαστή εν προκειμένω, κατορθώνουν πάντα να «μας τη βγαίνουν από τα αριστερά».

20290057_10212894096843914_1506404511_nΞεφυλλίζοντας την αυτοβιογραφία της της Peggy Dennis, έπεσα σε μια ωραία σχετική ιστορία. Η Peggy ήταν γυναίκα του Eugene Dennis (πραγματικό όνομα: Francis Xavier Waldron), Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, ο οποίος φυλακίστηκε από το 1951 ως το 1955, την περίοδο του άγριου μακαρθισμού. Σε μια επίσκεψη της Peggy στη φυλακή, ο Eugene της είπε ότι πρέπει να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο να συλληφθεί κι εκείνη και να φροντίσουν τι θα γίνει σε τέτοια περίπτωση με το παιδί. Τη συμβούλεψε να μιλήσει με δικηγόρο και να κοιτάξει…

View original post 310 more words