Archive for 29/03/2017

Toledo: Άγια Νοσταλγία…

Posted: 29/03/2017 by vequinox in Literature

AIKATERINI TEMPELI

..

..

toledo

..

..

Επειδή κάποια ταξίδια δεν τα ξεχνάς ποτέ κι επειδή τελευταία έχω μια Άγια Νοσταλγία γι’ αυτήν την πόλη, θέλησα σήμερα να σας ξεναγήσω εκεί, έστω και μέσω διαδικτύου.

Το Toledo λοιπόν, βρίσκεται 70 χιλιόμετρα μακριά απ’ την Μαδρίτη και είναι χτισμένο στην δεξιά όχθη του ποταμού Τάγου. Από το 1986 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco.

Στο παρελθόν (1085-1559) υπήρξε η πρωτεύουσα της Ισπανικής αυτοκρατορίας και ήταν ισχυρό θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο.

Στον Μεσαίωνα έως τα νεότερα χρόνια, το Toledo υπήρξε επίσης σημαντικό κέντρο παραγωγής ονομαστών σπαθιών.

Στον Ισπανικό εμφύλιο υπέστη μεγάλες καταστροφές, αλλά ευτυχώς έχουν διασωθεί τα περισσότερα μνημεία του, όπως ο γοτθικός καθεδρικός ναόςτης πόλης και το περίφημο οχυρόAlcázar.

Σε μας είναι γνωστό απ’ τον Δομήνικο Θεοτοκόπολου, τον El Greco που έζησε και δημιούργησε εκεί για πάρα πολλά χρόνια. Στην πόλη βρίσκεται ο περίφημος πίνακας

View original post 43 more words

Advertisements

Λόγια Διανοητών

Posted: 29/03/2017 by vequinox in Literature

Ιορδάνης Π

Ζακ Ντερριντά
“Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπ’ όψιν, για να την αποδεχθείς, την απόλυτη θνητότητα […]. Από τον Πλάτωνα και εφεξής πρόκειται για το παλαιό φιλοσοφικό κέλευσμα: φιλοσοφείς σημαίνει μαθαίνεις να πεθάνεις. Πιστεύω σε τούτη την αλήθεια χωρίς να παραδίδομαι σ’ αυτήν. Όλο και λιγότερο. Δεν έχω μάθει να τον αποδέχομαι, τον θάνατο. Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή”.
(από το “Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει” εκδόσεις “Άγρα”).

Βολταίρος
o Τα πάθη για τον άνθρωπο είναι ό,τι ο άνεμος για τα ιστιοφόρα. Παρόλο που μπορεί να τον καταστρέψουν, δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς αυτά.

View original post 830 more words

 

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

 

 

 

GOODBYE

 

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if embarrassed that Maria had died —

then everything changed, the house got dark, you could hardly

discern the old wounds; in the street a candle was lit as if

they said, there was something under the soil we shouldn’t forget

“and you, why you like to crawl like a worm?” He said to me “Sir

I try to make it on time” I said to him and when the train was heard

whistling for the second time, “here end the dreams” he said and

it rained an unrelenting rain over the whole futile world.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

 

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ

 

Ήρθαν μαντατοφόροι, φέραν μηνύματα,

κάνιστρα, γλάστρες, ανθοδέσμες, κιβώτια,

ένα τεράστιο ασημένιο κηροπήγιο. Ο άνεμος

έριχνε κάτω τα δέντρα της αυλής. Ο υπηρέτης

ψυχρός, παρελάμβανε τα δώρα, υποκλινόταν.

Η αίθουσα της υποδοχής ήταν κλειστή. Τίποτα

δεν ακουγόταν μες στο σπίτι — βήματα, τρίξιμο, ομιλία

ή χτύπος μαχαιριών και ποτηριών. Ωστόσο

είδα απ’ την τζαμαρία ξαπλωμένο τον Οικοδεσπότη

επάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, κι ένα αγόρι

του χτένιζε ήσυχα τη μακριά, μαύρη γενειάδα.

 

 

 

UNANSWERED

 

Messengers came, they brought news,

baskets, flowerpots, bouquets, boxes,

a huge silver candle holder. The wind

pushed down the trees of the yard. The cool

servant accepted the gifts; he bowed.

The receiving hall was closed. Nothing

was heard inside the house – footsteps, creaking, talk

nor clink of knives and glasses. However

I saw through the glass the Host lying down

on the marble table and a boy was slowly

combing his long, black beard.

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com