Archive for 16/02/2017

Ritsos_front large




Στ’ αγκάθια της φραγκοσυκιάς κλωστές απ’ τα ρούχα των σκοτωμένων.

Παραθυρόφυλλα χτυπούν στο πέλαγος. Τζάμια σπάνε.

Ακούγονται σφυρίγματα πλοίων. Σαββατόβραδα στις ταβέρνες.

Μια γροθιά που χτυπάει το τραπέζι. Πέφτουν τα ποτήρια.

Κατάστιχα, λογαριασμοί, τα κοιμισμένα αγόρια, οι λυπημένες λέξεις.

Γυναίκες έρχονται με σκούπες, μαζεύουν τα γυαλιά, φεύγουν.

Απέραντο, ακατοίκητο λιμάνι, επιπλέοντα λεμόνια, κλειστό τελωνείο

κι ο κοχλασμός του νερού σε μια γκαζιέρα στ’ άδειο ναυτικό υπνωτήριο.

Πως μ’ ένα παίξιμο βλεφάρου, μ’ ένα τίποτα ανασυγκροτείται ο κόσμος.





Threads from clothes of the dead on the thorns of prickly pear trees.

Shutters pounding in the pelagos. Windowpanes break.

Whistles of ships are heard. Saturday nights in the taverns.

A fist that hits the table. The glasses tip off.

Account books, calculations; the sleepy boys, the sad words.

Women with brooms come and sweep the broken glasses; they leave.

Immense, uninhabited harbor, lemons floating; the customs office closed;

and the water’s bubbling on a stove in the vacant dormitory of the sailor.

How with an eyelid’s flutter, with nothing, the world is reconstructed.