Archive for 03/12/2016




Τότε εκεί συνάντησα εντελώς τυχαία το γέροντα που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός. Ήταν

από παλιά λάτρης του απραγματοποίητου και τ’ άρεσε

που κάθονταν σ’ ένα βρεμένο στρώμα και σαν επαίτης

απ’ τους περαστικούς ζήταγε ένα λεπτό σιγής, γιατί

το `ξερε καλά αυτός μονάχα θα κουβάλαγε το πιο πολύ

χρυσάφι την ώρα της τελικής κρίσης, γεγονός βέβαια

αναμφισβήτητο, επίσης απρόβλεπτο για της πόλης

τους πολυάσχολους γιους και φυσικά σ’ αυτό

ο γελωτοποιός σημασία πια δεν έδινε, ενώ ο γέρος που

πριν πεθάνει αποφάσισε να βαφτιστεί θεός έσκυψε

στο βαρέλι σκουπιδιών του εστιατορίου το βραδινό φαί

να εξοικονομίσει.


~ Μου αρέσουν εκείνοι που ζουν για να μάθουν και θέλουν

να γίνουν η αιτία για να γενηθεί μια μέρα ο Υπεράνθρωπος.

Έτσι επιθυμούν τη δύση τους.





Then, there, by chance I met the old man who decided

before his death to name himself God. Ηe had always been

in love with the unattainable. He liked to sit on a wet

mattress and asked the passersby for a moment of silence

because he knew, he alone, would carry the most gold at

the final Day of Judgement, one completely certain event

and of course unexpected to the busy men of this city and

to this, the jester didn’t ever paid attention while the old man

leaned into the restaurant garbage bin to get his evening



~ I like those who seek knowledge and become the reason

for the coming of Ubermensch. Thus they seek their death.


Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

merging dimensions cover



Κι έδειξα τον πρώτο μου στίχο στο Δία


λεπτό δάχτυλο σαν τετράστιχο

και μάτια επίκεντρο που γίνονταν

καμπάνα που ήχησε τη μοναξιά της

που με πλατειά σόλα βημάτισα

στ’ ολόφρεσκο ανάβαθο νερό


ανακριβής η γραμμή του ορίζοντα

ύμνος αμείλικτα υμνούσε υμνοτικούς

εσπερινούς του νου μου διαδρόμους

που διέσχιζαν τ’ αρχαϊκό μου βάθος

πριν απ’ την παρουσία μου στον κόσμο


αέρια δηλητηριώδη που σκότωναν

τους στρατιώτες μου σαν διαταγές

παρασημοφορεμένων στρατηγών

και θάνατος που ευλόγησε τα χρόνια

τα μισερά των άτυχων, μοναξιά που γεύτηκα

ανάμεσά τους και στον πρώτο μου στίχο





And I showed Zeus my first verse


my finger-like delicate quatrain

and my eyes that became epicenter

bell that chimed its aloofness

and flat-footed I stepped into

the fresh and shallow water


the vague line of the horizon

merciless hymn was hymning hymnal

vespers alike hallways of my mind

traversing my archaic depths

before my advent into this world


caustic gases killed my soldiers

orders of generals for valor decorated

and death blessing the short years

of the unlucky, loneliness I felt

among them and in my first verse

THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016