Archive for 24/11/2016

Interesting Literature

A summary of one of the first great English poems

A man overhears two birds, an owl and a nightingale, engaging in a heated debate about a range of topics, arguing over their respective songs, each other’s appearance, the follies and weaknesses of humankind, even the lack of toilet training skills evinced by the owl. This might almost be a modern children’s story – an obscure work of nonsense literature by a forgotten contemporary of Edward Lear and Lewis Carroll perhaps – but in fact it’s a short summary of an 800-year-old poem, and one of the first great poems to be written in English. This post is a brief introduction to the poem in question: The Owl and the Nightingale, an anonymous medieval poem written in octosyllabic couplets and comprising nearly 1,800 lines, dating from around AD 1200.

That final claim – that The Owl and the Nightingale

View original post 921 more words




Κι αφού δεν μπορέσαμε ποτέ ν’ αρνηθούμε, ας κάνουμε ακόμα

μια υποχώρηση — μήπως κι ο Ιάκωβος δε διέσχιζε όλη την έρημο

για να φτάσει στην άκρη του τραπεζιού, γι αυτό και δεν κοιτούσε

ποτέ στα μάτια τα παιδιά, ώσπου, τέλος, βρήκε μια θέση στεγνή

έξω απ’ την πόρτα, όπου καθόταν και γάβγιζε τους περαστικούς

τόσο πολύ αγαπούσε την υστεροφημία.






And since we could never refuse let us give in once more —

perhaps Jacob did cross the whole desert to reach the edge

of the table; for this he never looked into the eyes of the children

until finally he found a dry seat just outside the door where

he sat and barked at the passersby

so much he loved posthumous fame.

Ritsos_front large




Μιά λάμψη η θάλασσα, ελαφρά σιδερωμένη απ’ τό χέρι

νεαρής σελήνης. Κι ήταν μιά ωραία αντίθεση μέ τά χέρια

τά τριχωτά καί τεράστια τού παίκτη πού κινούσε τίς κούκλες

στό υπαίθριο θέατρο.

Μοσκοβολούσε η νύχτα

κοριτσίστικο ιδρώτα κι αχινιό. Στή μεγάλη ταράτσα

μάς πρόσφεραν τηγανιτές μελιτζάνες καί μπύρα. Ένας στίχος τού Ντάντε

έλαμψε μιά στιγμή μονάχα, κρατημένος απ’ τούς κρότους

δύο φιλικών ποτηριών πού τσούγκρισαν στόν αέρα.

Τήν ίδια νύχτα

είδαμε στή σφουγγαρισμένη σφαλιστή Ψαραγορά, κάτω απ’ τό φανοστάτη,

τό χαρτονένιο κιβώτιο γεμάτο άδεια μπουκάλια. Δέν τό μαρτυρήσαμε.


η μουσική πού `βγαινε απ’ τά παράθυρα τού διανυκτερεύοντος εστιατορίου

τό διαλαλούσε κιόλας μπρός στίς μπαλκονόπορτες τών κοιμισμένων






The sea was like a flash, lightly ironed by the hand

of the new moon. And it was a nice antithesis to the hairy

huge arms of the player who moved the puppets

of the outdoor theater.

The night’s fragrance was

of girly sweat and urchin. They offered us fried

eggplant and beer on the large balcony. A verse by Dante

shined for just one moment held by the sound of two

friendly glasses clinking in the air.

The same night

in the mopped, closed fish market under the lamppost we saw

a carton crate filled with empty bottles. We didn’t disclose it.


the music coming from the windows of the all-night restaurant

already declared it in front of the balcony doors of the sleeping




YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη